- ΠΟΕΔ
- 24 Ιουν 2026 - 10:15
Η διασφάλιση των εκπαιδευτικών αορίστου χρόνου και η ίση αντιμετώπισή τους με τους υπόλοιπους δημ. υπαλλήλους
ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΣΚΟΥΡΟΥΠΑΤΗ*
Τα τελευταία χρόνια, εκατοντάδες εκπαιδευτικοί αορίστου χρόνου στη δημόσια εκπαίδευση υπηρετούν το δημόσιο σχολείο υπό καθεστώς αντίστοιχο με αυτό που ισχύει για άλλους εργαζομένους του δημόσιου τομέα, και αντί να τυγχάνουν της ίδιας μεταχείρισης, εξαιρούνται δυστυχώς από βασικές πρόνοιες της νομοθεσίας που διέπει την απασχόληση των εργοδοτουμένων αορίστου χρόνου στη δημόσια υπηρεσία.
Στις 14 Απριλίου 2026, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προχώρησε σε αναφορά στο Ανώτατο Δικαστήριο της πρότασης νόμου του ΑΚΕΛ για την απαγόρευση του τερματισμού της απασχόλησης των εκπαιδευτικών αορίστου χρόνου λόγω πλεονασμού, η οποία είχε προηγουμένως εγκριθεί κατά πλειοψηφία από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, με τη στήριξη όλων των κομμάτων πλην του ΔΗΣΥ.
Εν αναμονή της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου και μπροστά στην ανάγκη να διασφαλιστούν τόσο η εργασία όσο και τα δικαιώματα της νέας γενιάς εκπαιδευτικών, η Προοδευτική Κίνηση Δασκάλων και Νηπιαγωγών εισηγήθηκε την τροποποίηση του «Περί της Ρύθμισης της Απασχόλησης Εργοδοτουμένων Αορίστου Χρόνου και Εργοδοτουμένων Ορισμένου Χρόνου στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμου του 2016 (70(Ι)/2016)», ώστε να περιληφθεί και η Εκπαιδευτική Υπηρεσία στις πρόνοιές του.
Η εισήγηση της Προοδευτικής Κίνησης Δασκάλων και Νηπιαγωγών υιοθετήθηκε ομόφωνα από το Εκτελεστικό Διοικητικό Συμβούλιο της ΠΟΕΔ στις 29 Απριλίου 2026.
Η πρότασή μας αφορά την αφαίρεση από το άρθρο 2(1) του συγκεκριμένου νόμου της φράσης: «δεν περιλαμβάνει υπηρεσία στο Στρατό, στην Εθνική Φρουρά, στην Αστυνομία και στην Εκπαιδευτική Υπηρεσία». Η κατάργηση της εξαίρεσης της Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας από τις πρόνοιες του νόμου αποκαθιστά άμεσα αδικίες και αίρει τις δυσμενείς διακρίσεις που υφίστανται οι εκπαιδευτικοί σε σχέση με τους υπόλοιπους δημόσιους υπαλλήλους.
Πιο συγκεκριμένα, με την ένταξη της Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας στις πρόνοιες του συγκεκριμένου νόμου, οι εκπαιδευτικοί θα μπορούν να απολαμβάνουν δικαιώματα που ισχύουν ήδη για τους εργαζομένους στον υπόλοιπο δημόσιο τομέα και τα οποία αφορούν:
- Τη μετατροπή των συμβάσεων των αντικαταστατών εκπαιδευτικών και των συμβασιούχων μερικής απασχόλησης σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, αφού, σύμφωνα με το άρθρο 11 του νόμου, «η σύμβαση εργοδοτουμένου ο οποίος συμπληρώνει τριάντα (30) μήνες συνολικής απασχόλησης στη δημόσια υπηρεσία, ανεξαρτήτως της διαδοχής ή μη των συμβάσεων εργασίας του, μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου».
- Την αναγνώριση του αθροιστικού τριαντάμηνου για όλους τους εκπαιδευτικούς που εργοδοτούνται στην Εκπαιδευτική Υπηρεσία, χωρίς να απαιτείται η διαδοχή των συμβάσεων, όπως συμβαίνει σήμερα.
- Την απαγόρευση του τερματισμού των υπηρεσιών εργοδοτουμένων εκπαιδευτικών αορίστου χρόνου λόγω πλεονασμού, βάσει των διατάξεων του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου και του άρθρου 12 του συγκεκριμένου νόμου. Πρόκειται για την ρύθμιση που επιχειρήθηκε να κατοχυρωθεί και μέσω της πρότασης νόμου του ΑΚΕΛ, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
- Τη δυνατότητα μετακίνησης εκπαιδευτικού αορίστου χρόνου σε άλλο τμήμα ή υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας για σκοπούς κάλυψης υπηρεσιακών αναγκών, κατόπιν αιτιολογημένης απόφασης του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου, σύμφωνα με το άρθρο 14(1). Παράλληλα, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, δύναται να πραγματοποιηθεί μετακίνηση και σε άλλο Υπουργείο για κάλυψη αντίστοιχων αναγκών στο ίδιο μισθολογικό επίπεδο, όπως προβλέπεται στα άρθρα 14(2) και 14(3).
Η κατοχύρωση ίσων δικαιωμάτων για τους εκπαιδευτικούς αορίστου χρόνου δεν αποτελεί προνομιακή μεταχείριση, αλλά πράξη δικαιοσύνης και ισονομίας. Η εξαίρεση της Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας από ένα νομοθετικό πλαίσιο που εφαρμόζεται στο σύνολο σχεδόν της δημόσιας υπηρεσίας δημιουργεί αδικαιολόγητες ανισότητες και ανασφάλεια για εκατοντάδες εκπαιδευτικούς.
Η προώθηση της συγκεκριμένης τροποποίησης αποτελεί αναγκαία και δίκαιη διεκδίκηση, που υπηρετεί τόσο τα συμφέροντα των εκπαιδευτικών όσο και την εύρυθμη λειτουργία της δημόσιας εκπαίδευσης. Δεν μπορεί η Πολιτεία να συνεχίζει να εφαρμόζει ένα πλαίσιο προστασίας για το σύνολο σχεδόν των εργαζομένων στη δημόσια υπηρεσία και την ίδια στιγμή να εξαιρεί τους εκπαιδευτικούς, δημιουργώντας συνθήκες άνισης μεταχείρισης και εργασιακής ανασφάλειας.
*Αντιπρόεδρος ΠΟΕΔ – Μέλος Κεντρικής Γραμματείας Προοδευτικής Κίνησης Δασκάλων και Νηπιαγωγών

