Οι θέσεις της Σχολής Θετικών και Εφαρμοσμ. Επιστημών ΠΚ για το νέο σύστημα πρόσληψης εκπαιδευτικών

Οι θέσεις της Σχολής Θετικών και Εφαρμοσμ. Επιστημών ΠΚ για το νέο σύστημα πρόσληψης εκπαιδευτικών

Το Συμβούλιο της Σχολής Θετικών και Εφαρμοσμένων Επιστημών σε πρόσφατη συνεδρία του (αρ. συν. 7/2013, ημερ. 6 Νοεμβρίου 2013), αφού μελέτησε την πρόταση του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού που αφορά το νέο σύστημα πρόσληψης εκπαιδευτικών λειτουργών στα δημόσια σχολεία, διατύπωσε τα εξής σχόλια:

«Κατ’ αρχάς χαιρετίζουμε την  πρόθεση της  Κυβέρνησης για  την εισαγωγή ενός νέου συστήματος  πρόσληψης εκπαιδευτικών στα δημόσια σχολεία της Κύπρου και  συμφωνούμε απόλυτα με την  πρόταση του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού για την εισαγωγή του κριτηρίου της γραπτής εξέτασης.  Θεωρούμε οτι  είναι μια πολύ σημαντική αλλαγή η οποία θα αναβαθμίσει ποιοτικά σε μεγάλο βαθμό τη πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση στον τόπο μας. Ως εκ τούτου, θέλουμε να θέσουμε υπόψη σας  τα επόμενα σημεία, τα οποία πιστεύουμε οτι είναι απαραίτητα  για την επιτυχία αυτής της σημαντικής προσπάθειας.

Η επιτυχής διδασκαλία ενός οιουδήποτε γνωστικού αντικειμένου προϋποθέτει (α) τη γνώση και κατανόηση του αντικειμένου σε πολύ μεγαλύτερο εύρος και βάθος από αυτό που απαιτεί η καθορισθείσα διδακτέα ύλη και (β) την παρουσίασή του στους μαθητές με ένα γόνιμο και αποδοτικό τρόπο μέσω κατάλληλων εκπαιδευτικών μεθόδων. Αν δεν εκπληρώνεται η πρώτη προϋπόθεση, η διδασκαλία γίνεται «ρηχή» και στερείται έμπνευσης. Επειδή η ελλιπής γνώση του αντικειμένου περιορίζει την ύλη που διδάσκεται, υποβαθμίζει ταυτόχρονα και τη χρησιμότητα της εκπαιδευτικής μεθοδολογίας (προϋπόθεση (β)).

Τα προπτυχιακά προγράμματα σπουδών έχουν σχεδιασθεί και ελεγχθεί με προσοχή για δεκαετίες τώρα στα διάφορα Πανεπιστήμια, έτσι ώστε να παρέχουν στους φοιτητές τους ένα ελάχιστοκαι επικαιροποιημένο επιστημονικό υπόβαθρο στους βασικούς τομείς των αντίστοιχων επιστημονικών πεδίων. Αυτό το υπόβαθρο καθορίζεται από τη διεθνή πρακτική και δεν εξαρτάται από την κατά καιρούς ορισθείσα διδακτέα ύλη στη Μέση Εκπαίδευση.

1)   Θεωρούμε πως για να διασφαλισθεί ότι οι προσληφθέντες εκπαιδευτικοί θα έχουν επαρκή κατάρτιση στο γνωστικό αντικείμενό τους, είναι αναγκαίο να θεσμοθετηθεί  σαν απαιτούμενος όρος για την εγγραφή ενός υποψηφίου στους πίνακες διορισμών  για τη μέση και τεχνική εκπαίδευση  η  απόκτηση πρώτου πανεπιστημιακού πτυχίου σε συναφές αντικείμενο με αυτό της αίτησης του, τουλάχιστον για  τα  μαθήματα των θετικών και φιλολογικών επιστημών (π.χ. πτυχίο Φυσικής για διορισμό σε θέση Φυσικού, Χημείας για διορισμό σε θέση Χημικού, κλπ).

Σε αντίθετη περίπτωση, υπάρχει ο  κίνδυνος να διορίζονται στην εκπαίδευση πτυχιούχοι με παρεμφερή πτυχία (π.χ. με σπουδές σε πολυτεχνικές σχολές για διδασκαλία σε γνωστικά αντικείμενα θετικών επιστημών (Χημεία, Φυσική, Μαθηματικά, κλπ). Αυτή η εξέλιξη θα υποβαθμίσει σε πολύ μεγάλο βαθμό την παρεχόμενη Μέση Εκπαίδευση, ιδιαίτερα στις θετικές επιστήμες, διότι θα διδάσκονται βασικές  έννοιες  από πτυχιούχους με ελλιπείς γνώσεις στο αντικείμενο.

2)  Η επίτευξη του ανωτέρω στόχου είναι συνυφασμένη με τη μορφή και το περιεχόμενο των εξετάσεων που πρέπει να καθορίζονται για κάποιο γνωστικό αντικείμενο. Αυτά πιστεύουμε πρέπει να καθορίζονται αποκλειστικά από την αρμόδια Σχολή του Πανεπιστημίου Κύπρου σε συνεργασία με τους επιθεωρητές ειδικότητας της Μέσης Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας.  Συγκεκριμένα, είναι αναγκαίος ο καθορισμός μιας Επιτροπής στην οποία θα συμμετέχει τουλάχιστον ένα μέλος ΔΕΠ από το αντίστοιχο τμήμα της Σχολής στην κατάρτιση των  θεμάτων (πχ. τουλάχιστον  ένα μέλος  ΔΕΠ από το τμήμα  Φυσικής στην κατάρτιση των θεμάτων Φυσικής).

Η υφιστάμενη πρόταση ορίζει ότι «η εξέταση (στο γνωστικό αντικείμενο) θα αφορά το περιεχόμενο των αναλυτικών προγραμμάτων των δημόσιων σχολείων της Κυπριακής Δημοκρατίας». Το περιεχόμενο των αναλυτικών προγραμμάτων διδάσκεται στα προπτυχιακά προγράμματα σπουδών στο βάθος που απαιτείται να κατέχουν οι διδάσκοντες της Μέσης Εκπαίδευσης. Η Κυπριακή Πολιτεία έχει εμπιστευθεί τους Ακαδημαϊκούς για την παροχή άρτιας  εκπαίδευσης στους υποψηφίους στα αντικείμενα που θα διδάξουν. Γι΄  αυτό, τα πανεπιστημιακά τμήματα είναι τα  πλέον αρμόδια για να ελέγξουν το υπόβαθρο στο αντίστοιχο γνωστικό αντικείμενο, και να επιλέξουν τους καλύτερους υποψήφιους.  Θα ήταν παράδοξο αν οι διδάσκοντες επιλέγονται  από τους μελλοντικούς  τους συναδέλφους.

3) Επί πλέον θεωρούμε ότι πρέπει να καθοριστεί ένας ελάχιστος συντελεστής βαρύτητας στο  μέρος της γραπτής εξέτασης που αφορά στο γνωστικό αντικείμενο. Συγκεκριμένα, πιστεύουμε οτι το γνωστικό αντικείμενο πρέπει να έχει βαρύτητα τουλάχιστον 70% της γραπτής εξέτασης, και οι θεματικές περιοχές της γενικής και ειδικής διδακτικής μεθοδολογίας το πολύ μέχρι 30%.

Αν δεν τεθεί αυτός ο συντελεστής βαρύτητας,  θα μπορούν να επιτύχουν υποψήφιοι, οι οποίοι δεν έχουν τις καλύτερες δυνατές γνώσεις στο αντικείμενο που θα κληθούν να διδάξουν ( π.χ.  επειδή εξασφάλισαν υψηλή βαθμολογία στα άλλα μέρη της εξέτασης). Έτσι, θα αποτύχει η προσπάθεια αναβάθμισης του επιπέδου σπουδών στη Μέση Εκπαίδευση.

 Εξ άλλου η προτεινόμενη ποσόστωση συνάδει με το γεγονός ότι ένας απόφοιτος προπτυχιακού προγράμματος στις θετικές επιστήμες αφιερώνει καθ΄ όλη τη διάρκεια των σπουδών του (τέσσερα έτη πτυχίου και ένα έτος προυπηρεσιακής κατάρτισης) το πολύ  25% του χρόνου του σε μαθήματα  διδακτικής. Συνεπώς, η εισδοχή πολύ διαφορετικών συντελεστών από τους προτεινόμενους θα έχει σαν αποτέλεσμα τον ανεπαρκή και μή-ισοσταθμισμένο έλεγχο γνωστικών – διδακτικών δεξιοτήτων στη γραπτή εξέταση».


Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.