Πέρα από το ψηφιακό halo effect: Η παιδαγωγική και αξιακή διάσταση της τεχνολογικής αξιοποίησης στο Σχολείο

Πέρα από το ψηφιακό halo effect: Η παιδαγωγική και αξιακή διάσταση της τεχνολογικής αξιοποίησης στο Σχολείο

ΤΗΣ ΒΑΘΟΥΛΑΣ (ΕΥΑΣ) ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ* 

«Κανένα κίνημα για την κοινωνική αλλαγή δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα επιτύχει, αν δεν οικειοποιηθεί τα πιο προηγμένα πνευματικά και τεχνολογικά επιτεύγματα και αν δεν έχει τις ρίζες του σε κείνα τα στρώματα του πληθυσμού που είναι παραγωγικά και δημιουργικά σε κάθε τομέα».
Νόαμ Τσόμσκι, όπως παρατίθεται στο Sansimera.gr

Η σκέψη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν μεταφέρεται στο πεδίο της εκπαίδευσης. Το σχολείο, ως θεσμός που καλείται να προετοιμάσει τους νέους ανθρώπους για έναν κόσμο διαρκών κοινωνικών, τεχνολογικών και αξιακών μεταβολών, δεν μπορεί να παραμένει αποκομμένο από τα πνευματικά και τεχνολογικά επιτεύγματα της εποχής του. Ωστόσο, η οικειοποίηση της τεχνολογίας δεν σημαίνει απλώς χρήση εργαλείων. Σημαίνει παιδαγωγική κατανόηση, κριτική αξιοποίηση και σύνδεση της τεχνολογίας με τη μάθηση, την υπευθυνότητα, τη δημιουργικότητα και την κοινωνική ευθύνη.

Όταν ένα σχολείο αποκτά ψηφιακές πλατφόρμες, συστήματα διαχείρισης μάθησης ή εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, δημιουργείται συχνά η εντύπωση ότι έχει ήδη κάνει ένα σημαντικό βήμα προς το μέλλον. Οι οθόνες, οι πλατφόρμες, τα ψηφιακά περιβάλλοντα και οι αυτοματισμοί μοιάζουν να σηματοδοτούν έναν πιο σύγχρονο τρόπο οργάνωσης της μάθησης. Κι όμως, η ουσιαστική αλλαγή δεν βρίσκεται πάντοτε εκεί όπου φαίνεται.

Στην ψυχολογία, το halo effect, δηλαδή το φαινόμενο της άλω, περιγράφει την τάση να επηρεάζεται η συνολική μας κρίση από ένα θετικό ή εντυπωσιακό χαρακτηριστικό (Nisbett & Wilson, 1977). Στο σχολείο, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα είδος ψηφιακού halo effect: την τάση να θεωρούμε ένα σχολείο σύγχρονο ή καινοτόμο απλώς επειδή διαθέτει ψηφιακά εργαλεία, πλατφόρμες ή εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης. Ωστόσο, η ψηφιακή εικόνα δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την παιδαγωγική ουσία.

Ένα σχολείο μπορεί να διαθέτει σύγχρονα τεχνολογικά μέσα και ταυτόχρονα να παραμένει παιδαγωγικά ασύγχρονο. Μπορεί να χρησιμοποιεί πλατφόρμες και εργαλεία, χωρίς να έχει επαναστοχαστεί τι σημαίνει μάθηση, ποιος είναι ο ρόλος του μαθητή, πώς μεταβάλλεται ο ρόλος του εκπαιδευτικού και με ποιον τρόπο η γνώση αποκτά νόημα σε ένα ψηφιακά διασυνδεδεμένο περιβάλλον. Σε μια τέτοια περίπτωση, η τεχνολογία δεν λειτουργεί ως μέσο μετασχηματισμού, αλλά ως ψηφιακό περίβλημα παλαιότερων παιδαγωγικών πρακτικών.

Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν το σχολείο χρησιμοποιεί τεχνολογία. Το βαθύτερο ερώτημα είναι πώς την κατανοεί, με ποιον παιδαγωγικό σκοπό την αξιοποιεί και μέσα σε ποια κουλτούρα τη νοηματοδοτεί. Η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερο μέσο που οδηγεί αυτόματα στην καινοτομία. Η αξία της εξαρτάται από τις αντιλήψεις, τις σχέσεις, τις πρακτικές και τις παιδαγωγικές προθέσεις μέσα στις οποίες εντάσσεται.

Οι δεξιότητες είναι ασφαλώς αναγκαίες. Μπορούν να διδαχθούν, να αναπτυχθούν και να ενισχυθούν μέσα από επιμόρφωση, πρακτική και συστηματική υποστήριξη. Το δυσκολότερο, όμως, είναι να καλλιεργηθεί η παιδαγωγική και αξιακή κουλτούρα μέσα στην οποία αυτές οι δεξιότητες αποκτούν νόημα. Η υπεύθυνη χρήση της τεχνολογίας, η ακαδημαϊκή ακεραιότητα, η κριτική σκέψη, η συνεργασία, η εμπιστοσύνη και η κοινωνική ευθύνη δεν αποτελούν απλές τεχνικές ικανότητες. Αποτελούν στοιχεία μιας βαθύτερης παιδαγωγικής στάσης απέναντι στη μάθηση και στον ρόλο του σχολείου στη σύγχρονη κοινωνία.

Η ασυγχρονία αυτή δεν είναι ηλικιακή. Δεν αφορά το αν ένας εκπαιδευτικός ανήκει σε νεότερη ή μεγαλύτερη γενιά. Αφορά κυρίως τις αντιλήψεις, τις παιδαγωγικές στάσεις και την οργανωσιακή κουλτούρα μέσα στην οποία λειτουργεί το σχολείο. Υπάρχουν εκπαιδευτικοί κάθε ηλικίας που αναστοχάζονται, μαθαίνουν, πειραματίζονται και αναζητούν τρόπους ουσιαστικής ένταξης της τεχνολογίας στη μαθησιακή διαδικασία. Αντίστοιχα, μπορεί να υπάρχουν πρακτικές κλειστές, φοβικές ή επιφανειακές, ανεξάρτητα από την ηλικία εκείνων που τις υιοθετούν. Η διαφορά δεν βρίσκεται στα χρόνια υπηρεσίας, αλλά στον τρόπο κατανόησης της εκπαιδευτικής αλλαγής.

Η βιβλιογραφία για την ψηφιακή ικανότητα των εκπαιδευτικών επιβεβαιώνει ότι η τεχνολογική επάρκεια δεν περιορίζεται στη χρήση εργαλείων. Το ευρωπαϊκό πλαίσιο DigCompEdu συνδέει την ψηφιακή ικανότητα με την επαγγελματική συνεργασία, τον παιδαγωγικό σχεδιασμό, την αξιολόγηση, την ενδυνάμωση των μαθητών και την ανάπτυξη της δικής τους ψηφιακής ικανότητας (Redecker & Punie, 2017). Με άλλα λόγια, η ψηφιακή ικανότητα δεν είναι απλώς τεχνικό προσόν. Είναι παιδαγωγική ικανότητα, η οποία απαιτεί κρίση, σχεδιασμό, ευθύνη και επίγνωση του μαθησιακού σκοπού.

Η ίδια λογική αναδεικνύεται και μέσα από το πλαίσιο TPACK, το οποίο υπογραμμίζει ότι η ουσιαστική ένταξη της τεχνολογίας δεν προκύπτει από την τεχνική γνώση απομονωμένα, αλλά από τη σύνδεση τεχνολογικής, παιδαγωγικής και γνωστικής γνώσης (Mishra & Koehler, 2006). Ένας εκπαιδευτικός δεν αρκεί να γνωρίζει ένα εργαλείο. Χρειάζεται να μπορεί να το συνδέσει με το περιεχόμενο που διδάσκει, με τις ανάγκες των μαθητών και με τις παιδαγωγικές στρατηγικές που υπηρετούν τη μάθηση.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα συστήματα διαχείρισης μάθησης. Ένα LMS δεν είναι απλώς ένας χώρος ανάρτησης σημειώσεων ή αποστολής εργασιών. Μπορεί να αποτελέσει περιβάλλον που ενισχύει την αυτονομία των μαθητών, την παρακολούθηση της προόδου, την ανατροφοδότηση, την επικοινωνία και τη συνεργασία (Bradley, 2021). Όταν όμως η χρήση του περιορίζεται σε αναρτήσεις αρχείων ή σε τυπική διοικητική διευκόλυνση, τότε η παιδαγωγική του δυναμική μένει ανεκμετάλλευτη. Το εργαλείο υπάρχει, αλλά η μαθησιακή του αξία παραμένει περιορισμένη.

Ανάλογη είναι και η πρόκληση που θέτει η τεχνητή νοημοσύνη. Η είσοδός της στην εκπαίδευση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ούτε με άκριτο ενθουσιασμό ούτε με απόλυτη άρνηση. Τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να στηρίξουν τη διαφοροποίηση, την παραγωγή εκπαιδευτικού υλικού, την ανατροφοδότηση και την αναζήτηση εναλλακτικών τρόπων μάθησης. Ταυτόχρονα, όμως, εγείρουν ζητήματα ακαδημαϊκής ακεραιότητας, προστασίας προσωπικών δεδομένων, αξιοπιστίας της πληροφορίας, κριτικής σκέψης και ισότιμης πρόσβασης (UNESCO, 2023). Επομένως, το ερώτημα δεν είναι απλώς αν θα χρησιμοποιηθεί η τεχνητή νοημοσύνη στο σχολείο, αλλά με ποιον παιδαγωγικό και αξιακό προσανατολισμό θα χρησιμοποιηθεί.

Εδώ χρειάζεται περισσότερη εκπαιδευτική ειλικρίνεια. Δεν αρκεί να δηλώνουμε ότι το σχολείο εκσυγχρονίζεται επειδή αξιοποιεί νέες τεχνολογίες. Αν οι ίδιες παλιές αντιλήψεις για τη γνώση, τη μάθηση, την αξιολόγηση και τη συνεργασία απλώς μεταφέρονται σε ένα ψηφιακό περιβάλλον, τότε δεν μιλούμε για μετασχηματισμό. Μιλούμε για ψηφιοποίηση παλαιών πρακτικών. Και η ψηφιοποίηση παλαιών πρακτικών δεν είναι από μόνη της πρόοδος.

Η έρευνα για την ενσωμάτωση των ΤΠΕ στην εκπαίδευση έχει ήδη δείξει ότι η απλή εισαγωγή ψηφιακών εργαλείων δεν οδηγεί αυτόματα σε ουσιαστική βελτίωση της μάθησης. Οι Καριπίδης και Πρέτζας (2015) επισημαίνουν ότι οι αρχικές προσδοκίες γύρω από τις ΤΠΕ συχνά περιορίστηκαν από την επιφανειακή ή αποσπασματική χρήση τους. Αντίστοιχα, οι Timotheou et al. (2023) αναδεικνύουν ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός των σχολείων εξαρτάται από ένα πλέγμα παραγόντων, όπως η ηγεσία, οι υποδομές, η επαγγελματική μάθηση, η οργανωσιακή ετοιμότητα και η κουλτούρα του σχολείου. Συνεπώς, το ζήτημα δεν είναι μόνο τεχνολογικό. Είναι παιδαγωγικό, οργανωσιακό και αξιακό.

Η έννοια της παιδαγωγικής κουλτούρας γίνεται εδώ καθοριστική. Μια σχολική κοινότητα που διαθέτει παιδαγωγική κουλτούρα δεν αντιμετωπίζει την τεχνολογία ως μόδα, απειλή ή διοικητική υποχρέωση. Την αντιμετωπίζει ως μέσο που μπορεί να υπηρετήσει τη μάθηση, εφόσον ενταχθεί σε σαφές παιδαγωγικό πλαίσιο. Αυτό προϋποθέτει συνεργασία, εμπιστοσύνη, αναστοχασμό, διάθεση πειραματισμού, επαγγελματική μάθηση και συλλογική ευθύνη. Χωρίς αυτά τα στοιχεία, η τεχνολογία μπορεί εύκολα να μείνει στην επιφάνεια της σχολικής πραγματικότητας.

Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται και ο ρόλος της σχολικής ηγεσίας. Η ψηφιακή ηγεσία δεν είναι απλώς η διαχείριση εξοπλισμού, πλατφορμών ή διαδικασιών. Είναι η ικανότητα δημιουργίας ενός περιβάλλοντος όπου οι εκπαιδευτικοί αισθάνονται ότι μπορούν να μάθουν, να δοκιμάσουν, να συνεργαστούν και να αναστοχαστούν πάνω στη χρήση της τεχνολογίας. Η έρευνα για την ηγεσία και την τεχνολογική ενσωμάτωση δείχνει ότι οι σχολικοί ηγέτες επηρεάζουν καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο η τεχνολογία οργανώνεται, νοηματοδοτείται και αξιοποιείται παιδαγωγικά (Dexter & Richardson, 2020).

Ωστόσο, η ηγεσία δεν μπορεί να λειτουργήσει μόνη της. Η ουσιαστική αλλαγή δεν είναι έργο ενός προσώπου ούτε αποτέλεσμα μεμονωμένων πρωτοβουλιών. Χρειάζεται ανάπτυξη συλλογικών δυνατοτήτων, δηλαδή capacity building. Αυτό σημαίνει επιμόρφωση που δεν εξαντλείται σε τεχνικές οδηγίες, αλλά συνδέεται με τη διδακτική πράξη. Σημαίνει επαγγελματικές κοινότητες μάθησης, ανταλλαγή πρακτικών, mentoring, συνεργατικό σχεδιασμό και χρόνο για ουσιαστική παιδαγωγική επεξεργασία. Οι επαγγελματικές κοινότητες μάθησης μπορούν να λειτουργήσουν ως σημαντικός μηχανισμός επαγγελματικής ανάπτυξης, όταν στηρίζονται σε κοινό σκοπό, συλλογική διερεύνηση και κουλτούρα συνεργασίας (Admiraal et al., 2021).

Η διάσταση αυτή μετατοπίζει τη συζήτηση από την ατομική δεξιότητα στη συλλογική σχολική ικανότητα. Ένα σχολείο δεν γίνεται ψηφιακά ώριμο επειδή ορισμένοι εκπαιδευτικοί γνωρίζουν καλύτερα την τεχνολογία. Γίνεται ψηφιακά ώριμο όταν μπορεί να μετατρέψει αυτή τη γνώση σε κοινή πρακτική, σε συνεργατική μάθηση και σε παιδαγωγικά τεκμηριωμένη δράση. Η τεχνολογική αξιοποίηση, επομένως, δεν είναι μόνο ζήτημα προσωπικής επιμόρφωσης. Είναι ζήτημα σχολικής κουλτούρας.

Η τεχνολογία δεν μπορεί επίσης να αποσυνδεθεί από τη συμπερίληψη και την εκπαιδευτική δικαιοσύνη. Μπορεί να ενισχύσει την πρόσβαση, τη διαφοροποίηση και τη συμμετοχή, αλλά μπορεί και να διευρύνει τις ανισότητες, εάν δεν ληφθούν υπόψη οι κοινωνικές, μαθησιακές και ψηφιακές διαφοροποιήσεις των μαθητών. Η πρόσβαση στην τεχνολογία δεν είναι αυτονόητη για όλα τα παιδιά. Ούτε η ικανότητα χρήσης της αναπτύσσεται με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα μαθησιακά και κοινωνικά περιβάλλοντα. Συνεπώς, η τεχνολογική αξιοποίηση χρειάζεται να εντάσσεται σε παιδαγωγικά τεκμηριωμένο και κοινωνικά ευαίσθητο πλαίσιο.

Η συζήτηση, επομένως, επιστρέφει στο αρχικό ερώτημα: αρκούν οι δεξιότητες; Η απάντηση είναι όχι. Οι δεξιότητες είναι απαραίτητες, αλλά χωρίς παιδαγωγική κουλτούρα και αξιακό προσανατολισμό κινδυνεύουν να μείνουν τεχνικές. Το σχολείο δεν χρειάζεται μόνο εκπαιδευτικούς που να γνωρίζουν εργαλεία. Χρειάζεται εκπαιδευτικούς και σχολικές κοινότητες που να μπορούν να σκέφτονται κριτικά, να αναλαμβάνουν παιδαγωγική ευθύνη, να καλλιεργούν ακαδημαϊκή ακεραιότητα, να προάγουν συνεργασία και να χρησιμοποιούν την τεχνολογία με σκοπό.

Ίσως, τελικά, η πιο σημαντική πρόκληση της ψηφιακής εποχής να μην είναι να μάθουμε στα σχολεία περισσότερα εργαλεία. Είναι να αποφασίσουμε τι είδους μάθηση θέλουμε να υπηρετήσουν αυτά τα εργαλεία. Θέλουμε μια εκπαίδευση που απλώς ψηφιοποιεί διαδικασίες ή μια εκπαίδευση που ενδυναμώνει τον μαθητή, καλλιεργεί κριτική σκέψη και προετοιμάζει υπεύθυνους πολίτες; Θέλουμε ένα σχολείο που ακολουθεί τεχνολογικές τάσεις ή ένα σχολείο που μπορεί να τις αξιοποιεί με παιδαγωγικό νόημα;

Πέρα από το ψηφιακό halo effect, λοιπόν, βρίσκεται η πραγματική πρόκληση του σύγχρονου σχολείου: να μη θαμπώνεται από την εικόνα της τεχνολογικής προόδου, αλλά να αναζητά την παιδαγωγική της ουσία. Η τεχνολογία, από μόνη της, δεν αρκεί για να αλλάξει το σχολείο. Μπορεί όμως να γίνει ισχυρό μέσο αλλαγής, όταν συναντά παιδαγωγικό όραμα, αξιακή ευθύνη, οργανωσιακή ωριμότητα και ανοιχτές αντιλήψεις. Εκεί βρίσκεται και η ουσία της εκπαιδευτικής αλλαγής: όχι στην κατοχή εργαλείων, αλλά στην ικανότητα του σχολείου να τα μετατρέπει σε παιδαγωγική πράξη με νόημα, σκοπό και κοινωνική ευθύνη.

Βιβλιογραφία

Admiraal, W., Schenke, W., De Jong, L., Emmelot, Y., & Sligte, H. (2021). Schools as professional learning communities: What can schools do to support professional development of their teachers? Professional Development in Education, 47(4), 684–698. https://doi.org/10.1080/19415257.2019.1665573

Bradley, V. M. (2021). Learning Management System (LMS) use with online instruction. International Journal of Technology in Education, 4(1), 68–92. https://doi.org/10.46328/ijte.36

Dexter, S., & Richardson, J. W. (2020). What does technology integration research tell us about the leadership of technology? Journal of Research on Technology in Education, 52(1), 17–36. https://doi.org/10.1080/15391523.2019.1668316

Καριπίδης, Ν., & Πρέτζας, Δ. (2015). Βιβλιογραφική ανασκόπηση των παραγόντων που επηρεάζουν την επιτυχή αξιοποίηση των ΤΠΕ στην εκπαίδευση. Στο Πρακτικά Εργασιών 4ου Πανελλήνιου Συνεδρίου «Ένταξη των ΤΠΕ στην Εκπαιδευτική Διαδικασία», Θεσσαλονίκη, 30 Οκτωβρίου–1 Νοεμβρίου 2015.

Mishra, P., & Koehler, M. J. (2006). Technological pedagogical content knowledge: A framework for teacher knowledge. Teachers College Record, 108(6), 1017–1054. https://doi.org/10.1111/j.1467-9620.2006.00684.x

Nisbett, R. E., & Wilson, T. D. (1977). The halo effect: Evidence for unconscious alteration of judgments. Journal of Personality and Social Psychology, 35(4), 250–256. https://doi.org/10.1037/0022-3514.35.4.250

Redecker, C., & Punie, Y. (2017). European framework for the digital competence of educators: DigCompEdu. Publications Office of the European Union. https://doi.org/10.2760/159770

Timotheou, S., Miliou, O., Dimitriadis, Y., Sobrino, S. V., Giannoutsou, N., Cachia, R., Monés, A. M., & Ioannou, A. (2023). Impacts of digital technologies on education and factors influencing schools’ digital capacity and transformation: A literature review. Education and Information Technologies, 28, 6695–6726. https://doi.org/10.1007/s10639-022-11431-8

UNESCO. (2023). Guidance for generative AI in education and research. UNESCO. https://unesdoc.unesco.org/ark:/48223/pf0000386693

 

 

 

Tags ΨΗΦΙΑΚΟ HALO EFFECT, ΠΑΙΔΙΑΓΩΓΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ, ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ, ΑΞΙΑΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ, ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ, ΨΗΦΙΑΚΕΣ ΔΕΞΙΟΤΗΤΕΣ, ΣΧΟΛΙΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΗ ΑΚΕΡΑΙΟΤΗΤΑ,

Comments (0)





Add a new comment: