Τα Προγράμματα Οικονομικής Προσαρμογής της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας και η περίπτωση της Ελλάδας


ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΘΕΟΧΑΡΙΔΗ*   

Κατά τη διάρκεια του περασμένου μήνα, η ελληνική κρίση κυριάρχησε ως κύρια είδηση στα μέσα μαζικής ενημέρωσης στην Ευρώπη αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Μέσα από τις πολυάριθμες συζητήσεις και αναλύσεις έχουν εγερθεί μια σειρά από εύλογα ερωτήματα, που αφορούσαν τα όσα βίωσε η Ελλάδα κατά τα τελευταία πέντε χρόνια με τα προγράμματα προσαρμογής που συμφώνησε με την Τρόικα και τα Μνημόνια Συναντίληψης με τις πρόνοιες τους. Ένα καίριο ερώτημα είναι γιατί μετά από τόσα χρόνια σκληρών μέτρων λιτότητας, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με τόσο υψηλά επίπεδα ανεργίας και δημόσιου χρέους; Είναι όντως η δομή του ίδιου του προγράμματος το πρόβλημα ή μήπως ευθύνεται η μη επιτυχημένη εφαρμογή του από την Ελληνική Κυβέρνηση; Θα μπορούσε η λύση να είναι ένα άλλο πρόγραμμα που απομακρύνει όλα τα μέτρα λιτότητας; Αλλά τότε πώς θα μπορούσε να επιτευχθεί η δημοσιονομική εξυγίανση χωρίς μέτρα λιτότητας; Από την άλλη υπάρχουν και τα προηγούμενα της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας. Γιατί και οι δύο αυτές χώρες μπόρεσαν να βγουν από τα δικά τους οικονομικά προγράμματα προσαρμογής σε εύθετο χρόνο και να είναι τώρα σε θέση να χρηματοδοτήσουν τις ανάγκες τους από τις χρηματοπιστωτικές αγορές σε εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια; Ήταν σε θέση να υλοποιήσουν το πρόγραμμα με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ή μήπως τα δικά τους προγράμματα διαπνέονταν από μια εντελώς διαφορετική φιλοσοφία και η κατάσταση τους ήταν πολύ πιο διαφορετική ώστε να είναι δύσκολο να γίνει σύγκριση με την περίπτωση της Ελλάδας; Είναι πολλά και ενδιαφέροντα τα ερωτήματα που έχουν εγερθεί στα οποία, ομολογουμένως, δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, το σύντομο αυτό άρθρο έχει ως στόχο να ρίξει λίγο φως και να παρουσιάσει όσο πιο εμπεριστατωμένα γίνεται κάποια διαφωτιστικά στοιχεία σχετικά με την εμπειρία που είχαν η Ιρλανδία και η Πορτογαλία από την Τρόικα και τα Μνημόνια Συναντίληψης.

Η Περίπτωση της Ιρλανδίας

Η Ιρλανδία είχε συμφωνήσει τον Δεκέμβριο του 2010 σε ένα Πρόγραμμα Οικονομικής Προσαρμογής (Mνημόνιο Συναντίληψης) με τους δανειστές της, που ήταν η Ευρωπαϊκή Ένωση, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και άλλες χώρες με συνεισφορές πάνω σε διμερή βάση, για ένα χρηματοδοτικό πακέτο ύψους 85 δισεκατομμυρίων ευρώ. Ο σκοπός του προγράμματος αυτού, όπως και παρόμοια προγράμματα προς άλλες χώρες, ήταν τρισχιδής:

α) Αναδιάρθρωση του τραπεζικού τομέα

β) Δημοσιονομική προσαρμογή

γ) Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα καθιστούσαν την οικονομία πιο ανταγωνιστική και θα οδηγούσαν σε συνεχή, βιώσιμη ανάπτυξη.

Πριν από το έτος 2010, η Ιρλανδία υπέφερε από τις συνέπειες μιας τραπεζικής κρίσης,  που οφειλόταν στην φούσκα των ακινήτων, η οποία όταν έσπασε οδήγησε σε ύφεση, σε αυξημένα επίπεδα ανεργίας και σε αυξανόμενο χρέος. Η κυβέρνηση προχώρησε στην δημιουργία ενός ενιαίου Εθνικού Οργανισμού Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων, γνωστού ως NAMA (National Asset Management Agency), για να αναλάβει τα προβληματικά δάνεια. Μετά από μια περίοδο τριών δύσκολων χρόνων, η Ιρλανδία ολοκλήρωσε με επιτυχία το πρόγραμμα της αφού είχε ικανοποιήσει πολλούς από τους όρους του, και βρίσκεται τώρα στον δρόμο της ανάκαμψης. Τα πιο πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι η ανεργία μειώνεται σταδιακά και βρίσκεται στο επίπεδο του 10.5% (Ιανουάριος 2015) από το ψηλότερο του 15.1% που βρισκόταν στις αρχές του 2012. Ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας επίσης ανακάμπτει με τις προβλέψεις να μιλούν για αύξηση του πραγματικού Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) στο 4.6% και 3.6% για το 2014 και το 2015, αντίστοιχα. Επιπλέον, τα δημοσιονομικά ελλείμματα ακολουθούν σταδιακά πορεία προς τα κάτω στο 3.8% του ΑΕΠ το 2014, από 5.7% που ήταν το 2013. Ως αποτέλεσμα, η χώρα είναι πλέον σε θέση να δανείζεται από τις χρηματαγορές σε εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια, γεγονός  που αποτελεί σημάδι ότι ο κίνδυνος είναι μειωμένος. Φυσικά, αυτό έχει να κάνει και με το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων που επικρατεί σε όλο τον κόσμο. Το τελευταίο επιτόκιο που έχει καταγραφεί για τις αποδόσεις των ομολόγων του δημοσίου διάρκειας 10 ετών, που χρησιμοποιείται ως δείκτης, είναι στο 1.05% για τις 24 Φεβρουαρίου 2015.

Η Περίπτωση της Πορτογαλίας

Η Πορτογαλία, από δικής της πλευράς, συμφώνησε σε ένα Πρόγραμμα Οικονομικής Προσαρμογής με την Τρόικα τον Μάιο του 2011 για ένα οικονομικό πακέτο ύψους 78 δισεκατομμυρίων ευρώ. Και εδώ, ο σκοπός του προγράμματος ήταν τρισχιδής και παρόμοιος με άλλες περιπτώσεις. Πριν από το 2011, η χώρα αντιμετώπιζε προβλήματα με χαμηλή οικονομική ανάπτυξη, υπερβολικά δημοσιονομικά ελλείμματα και υψηλό δημόσιο χρέος. Μετά από μια περίοδο τριών ετών, η χώρα εξήλθε από το πρόγραμμα τον Ιούνιο του 2014. Η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ είναι τώρα στο 0.9% (για το 2014), το δημοσιονομικό έλλειμμα είναι γύρω στο 4.8% για το 2014, ενώ ο στόχος της κυβέρνησης της χώρας είναι το έλλειμμα να υποχωρήσει στο 2.7% για το 2015. Το επίπεδο της ανεργίας μειώθηκε στο 13.5% το τέταρτο τρίμηνο του 2014, κάτω από το ψηλότερο ποσοστό του 17.5% που ήταν κατά το πρώτο τρίμηνο του 2013, και το δημόσιο χρέος, αν και εξακολουθεί να είναι υψηλό (στο 128% του ΑΕΠ στο τέλος του 2013), αναμένεται και αυτό να μειωθεί και να συνεχίσει την πτωτική του πορεία. Ως αποτέλεσμα, η χώρα τώρα χρηματοδοτεί τις ανάγκες της από τις χρηματοπιστωτικές αγορές και η απόδοση των κρατικών ομολόγων διάρκειας 10 ετών που αποτελούν δείκτη, κυμαίνεται γύρω στο 2.2% (Φεβρουάριος 2015).

Έτσι, από τα λίγα συνοπτικά αλλά περιεκτικά στοιχεία που παρατέθηκαν, το συμπέρασμά μου είναι ότι, παρόλο που κάθε περίπτωση είναι διαφορετική, τα προγράμματα που εφαρμόστηκαν και υλοποιήθηκαν από τις πιο πάνω δύο χώρες τις βοήθησαν να αποκαταστήσουν κάποια εμπιστοσύνη στην οικονομία τους, η οποία θα τις οδηγήσει σε μελλοντική βιώσιμη ανάπτυξη.

* Αναπληρωτής Καθηγητής Χρηματοοικονομικών στο CyprusInternationalInstituteofManagement (CIIM) και Διευθυντής του Μεταπτυχιακού Προγράμματος στις Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες.

 

 

 




Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.



Newsletter















18