- ΟΕΛΜΕΚ
- 17 Ιουν 2026 - 17:34
Τι επιθεωρητή Μαθηματικών χρειάζεται σήμερα το δημόσιο σχολείο;
ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ*
Με την ευκαιρία της προκήρυξης της θέσης Επιθεωρητή Μαθηματικών, η οποία προκύπτει μετά την προαγωγή υφιστάμενης επιθεωρήτριας, αλλά και ενόψει των νέων θέσεων που αναμένεται να ακολουθήσουν στο σύντομο μέλλον λόγω αφυπηρετήσεων και της αναμενόμενης ενίσχυσης της στελέχωσης της υπηρεσίας, δημιουργείται μια σημαντική ευκαιρία για έναν ευρύτερο προβληματισμό: όχι απλώς ποιος θα καταλάβει τις θέσεις, αλλά ποια αντίληψη για την επιθεώρηση θέλουμε να υπηρετήσουν οι άνθρωποι που θα τις αναλάβουν.
Η συζήτηση αυτή αφορά το μέλλον του δημόσιου σχολείου και ιδιαίτερα το πώς αντιλαμβανόμαστε την ηγεσία, την επιστημονική καθοδήγηση και την αξιολόγηση στον χώρο των Μαθηματικών.
Ο Επιθεωρητής Μαθηματικών δεν είναι -ή δεν πρέπει να είναι- ο άνθρωπος που εμφανίζεται ως ο μοναδικός φορέας γνώσης, ο τελικός κριτής όλων και ο κάτοχος της μίας ορθής παιδαγωγικής αλήθειας. Η εποχή του «εγώ ξέρω - εσείς εφαρμόζετε» δεν μπορεί να έχει θέση σε ένα σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα.
Ο καλός Επιθεωρητής Μαθηματικών εμπνέει χωρίς να επιβάλλεται. Διαθέτει επιστημονική επάρκεια αλλά ταυτόχρονα αναγνωρίζει ότι η γνώση παράγεται συλλογικά και εξελίσσεται μέσα από τον διάλογο, την έρευνα και την πράξη των εκπαιδευτικών στις σχολικές μονάδες.
Στον συμβουλευτικό του ρόλο λειτουργεί ως εμψυχωτής και συνοδοιπόρος. Συνεργάζεται, ακούει, συμβουλεύει και κινητοποιεί θετικά τους συναδέλφους. Δημιουργεί κλίμα εμπιστοσύνης και συλλογικότητας και δεν αντιμετωπίζει τους εκπαιδευτικούς ως αποδέκτες οδηγιών αλλά ως επαγγελματίες με εμπειρία, κρίση και δυνατότητα παραγωγής παιδαγωγικού έργου.
Αναγνωρίζει και αξιοποιεί τις ιδιαίτερες γνώσεις, τα ενδιαφέροντα και τις δεξιότητες των συναδέλφων στα σχολεία. Δημιουργεί συνθήκες συνεργασίας, δικτύωσης και ανταλλαγής καλών πρακτικών. Αντιλαμβάνεται ότι η πρόοδος του κλάδου των Μαθηματικών δεν θα έρθει από τις προσωπικές παρεμβάσεις ενός ατόμου αλλά από την ενεργοποίηση του συλλογικού κεφαλαίου των εκπαιδευτικών.
Γνωρίζει τις δυνατότητές του αλλά και τα όριά του. Δεν αναζητά διαρκώς επιβεβαίωση μέσω της θέσης του ούτε χρειάζεται αυτοπροβολή για να γίνει αποδεκτός. Η αποδοχή του προκύπτει από την επιστημονική του επάρκεια, τη συνέπεια, τον σεβασμό και την ποιότητα των παρεμβάσεών του.
Στον ρόλο της αξιολόγησης λειτουργεί με διαφάνεια, δικαιοσύνη και αξιοκρατία. Δεν χρησιμοποιεί την αξιολόγηση ως εργαλείο πειθαρχίας ή προσωπικής επιρροής αλλά ως διαδικασία ανατροφοδότησης και επαγγελματικής ανάπτυξης. Θέτει σαφή κριτήρια, τεκμηριώνει τις θέσεις του και διασφαλίζει ίσες ευκαιρίες και ίση μεταχείριση.
Από την άλλη, υπάρχει και ένα μοντέλο επιθεώρησης που δυστυχώς δεν ανήκει αποκλειστικά στο παρελθόν.
Είναι ο επιθεωρητής που λειτουργεί αυταρχικά και επιδεικτικά· που θεωρεί ότι η διοικητική θέση τού προσδίδει αυξημένη αυθεντία και το δικαίωμα να επιβάλλει προσωπικές απόψεις, εμπειρίες ή παιδαγωγικές αντιλήψεις ακόμη και όταν αυτές δεν τεκμηριώνονται επιστημονικά.
Είναι εκείνος που συγχέει την ηγεσία με τον έλεγχο και την καθοδήγηση με τη συμμόρφωση.
Μιλά περισσότερο για τον εαυτό του παρά για την πρόοδο των εκπαιδευτικών. Επενδύει περισσότερο στην προσωπική εικόνα παρά στη δημιουργία συνθηκών ανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού. Εκλαμβάνει τη διαφωνία ως αμφισβήτηση και όχι ως στοιχείο επαγγελματικού διαλόγου.
Όμως η εξουσία από μόνη της δεν παράγει κύρος. Και η θέση δεν παράγει αυτόματα ηγεσία.
Οι νέες προκηρύξεις αποτελούν ευκαιρία όχι μόνο για ανανέωση προσώπων αλλά και για ανανέωση κουλτούρας. Το ζητούμενο δεν είναι να αλλάξουν μόνο οι επιθεωρητές. Είναι να αλλάξει η ίδια η αντίληψη για το τι σημαίνει επιθεώρηση στη σύγχρονη εκπαίδευση.
Ο χώρος των Μαθηματικών χρειάζεται επιθεωρητές που να κάνουν τους εκπαιδευτικούς καλύτερους — όχι επιθεωρητές που να προσπαθούν διαρκώς να αποδεικνύουν ότι οι ίδιοι είναι καλύτεροι.
*Μαθηματικός

