Αναζήτηση τρόπων αντιμετώπισης του προβλήματος


ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ Κ. ΠΕΡΣΙΑΝΗ*

Το πλήθος των επεισοδίων που έγιναν και η αστραπιαία ταχύτητα με την οποία διαδέχθηκαν το ένα το άλλο σε ένα γυμνάσιο της Λεμεσού στις 16 Μαΐου (χειροδικία καθηγητή σε μαθήτρια, βιντεογράφηση του επεισοδίου από δεύτερη μαθήτρια και αποστολή του βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αποβολή της δεύτερης μαθήτριας από τη διευθύντρια του σχολείου, επίθεση του πατέρα της αποβληθείσας μαθήτριας στη διευθύντρια) αποκαλύπτει, πιστεύω,  ένα  εύφλεκτο υπόστρωμα και ένα εκρηκτικό κλίμα στο εν λόγω  σχολείο, μια τεταμένη κατάσταση στην οποία χρειαζόταν απλώς μια αφορμή, μια θρυαλλίδα, για να εκραγεί πυρκαγιά. Αυτό επιβεβαιώνεται  και από την πληροφορία που  δημοσιεύτηκε  στα ΜΜΕ ότι  στο ίδιο σχολείο το προηγούμενο βράδυ είχε πυρποληθεί μια αίθουσα διδασκαλίας.

Ωστόσο, δεν είναι  λογικό ούτε δίκαιο να συναγάγουμε το συμπέρασμα ότι η  κατάσταση αυτή επικρατεί γενικά σ’ όλα τα σχολεία  ούτε και να υποθέσουμε ότι η έκρυθμη κατάσταση πραγμάτων είναι καθημερινό φαινόμενο στο εν λόγω σχολείο, παρόλο που ο Σύνδεσμος Γονέων ανακοίνωσε ότι είχε προειδοποιήσει τη διευθύντρια για συχνά φαινόμενα παραβατικότητας σ’ αυτό. Η διευθύντρια πάντως του σχολείου σε επιστολή της προς τον ΥΠΠ και στα ΜΜΕ που δημοσιεύτηκε στις 19 Μαΐου παραπονείται ότι  τα ΜΜΕ, αφορμώμενα από τα επεισόδια της 16ης Μαΐου, έδωσαν  μια πολύ λανθασμένη και άδικη εικόνα της γενικής  λειτουργίας του σχολείου. Στην ίδια επιστολή φαίνεται επίσης ότι υπάρχουν ιδιαιτερότητες μεταξύ των σχολείων  σε ό,τι  αφορά  τα βαρίδια που φορτώνονται  με τη μορφή ενός αριθμού προβληματικών μαθητών ποικίλου βαθμού παραβατικότητας. Η πληροφορία αυτή πρέπει ασφαλώς να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη σε κάθε αξιολόγηση των σχολείων, γιατί πολύ συχνά  οι μεγάλες αναστατώσεις στα σχολεία  ξεκινούν από αυτούς τους μαθητές. Με βάση συγκλίνουσες πληροφορίες φαίνεται  πάντως ότι σε έναν άγνωστο αριθμό   σχολείων  μέσης εκπαίδευσης επικρατεί μια λιγότερο ή περισσότερο ‘ανώμαλη’ κατάσταση  που δυσκολεύει την ομαλή και αποτελεσματική διεξαγωγή των μαθημάτων  με αποτέλεσμα πολλοί καθηγητές να κινδυνεύουν να πάθουν  νευρική κρίση.

Η ‘ανώμαλη’ αυτή κατάσταση είναι βέβαια σε μεγάλο βαθμό εγγενής, αποτέλεσμα της παραδοσιακής μορφής του νεωτερικού σχολείου και των καθημερινών προβλημάτων που δημιουργεί το δράμα που παίζεται μέσα στην τάξη και των  φαινομενικά αντίθετων ρόλων που υποδύονται οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές. Είναι από την αντιπαράθεση των δυο αυτών ρόλων που ξεκίνησε και το υπό συζήτηση θέμα. Όσο κι αν βελτιώθηκαν οι σχέσεις μεταξύ των δυο παρατάξεων  τα τελευταία χρόνια,  στα μάτια των μαθητών οι εκπαιδευτικοί αποτελούν το αντίπαλο στρατόπεδο που έχουν την εξουσία να τους επιβάλλουν να μελετούν , να μην τους δίνουν το βαθμό που θέλουν και να τους  τιμωρούν όταν παραβαίνουν τους κανονισμούς του σχολείου. Θα ήταν βοηθητικό, πιστεύω,  όταν μιλούμε γι’ αυτό το θέμα, να θυμούμαστε  πάντα ποια ήταν η παλιά κατάσταση φέρνοντας στο νου μας τη φράση που, όπως αναφέρει ο Καζαντζάκης, απηύθυνε ο πατέρας του προς το δάσκαλό του(τα κόκκαλα δικά μου και οι σάρκες δικές σου). Από τότε  βέβαια τα πράγματα βελτιώθηκαν πολύ, αλλά το σκηνικό  της αντιπαράθεσης μεταξύ των εκπροσώπων των δυο αντίπαλων στρατοπέδων  παραμένει και η σύγκρουση υποβόσκει. Είναι αρκετό ένα σχόλιο η μια παρατήρηση του εκπαιδευτικού που ο μαθητής θα θεωρήσει προσβλητικό για να γίνει το κακό. Μπορεί να μην αντιδράσει αμέσως, αλλά από τη στιγμή εκείνη θα αρχίσει να μισά τον εκπαιδευτικό και μαζί και το σχολείο. Αλλά και σε συλλογικό επίπεδο, παρόλη τη μεγάλη βελτίωση της θέσης των μαθητών(μείωση του  χρόνου φοίτησης, μείωση της διδακτικής ύλης, μείωση των εξετάσεων, πλήρης σχεδόν κατάργηση  της στασιμότητας, απαγόρευση της σωματικής ποινής), η μεγάλη μάζα των μαθητών παραμένει ανικανοποίητη. Ζητούν διαρκώς περισσότερα (κατάργηση εξετάσεων Τετραμήνων, αύξηση του αριθμού των δικαιολογημένων απουσιών και κατάργηση των αδικαιολογήτων). Ουσιαστικά οι σχέσεις μεταξύ των δυο στρατοπέδων μοιάζει με μια κατάσταση διαφιλονίκησης  συνόρων, που αποκαλύπτει μια διαπάλη μεταξύ εκπαιδευτικών και μαθητών για δύναμη, των πρώτων να μη χάσουν τη δύναμη που έχουν και των δεύτερων να την αυξήσουν.

Σ’ αυτά τα αίτια πρέπει να προστεθούν οι συνέπειες της εποχής μας (παγκοσμιοποίηση, χαλάρωση του θεσμού της οικογένειας, μετανεωτερικότητα) που αλλάζουν τους μαθητές από χρόνο σε χρόνο και   τους ενθαρρύνουν  όχι μόνο  να θέλουν να μετακινούν τα σύνορα υπέρ τους αλλά και  να αμφισβητούν το νόημα του σχολείου, το νόημα πολλών ενοτήτων της διδακτέας ύλης και πολλών μεθόδων διδασκαλίας. Αυτά όλα αυξάνουν την ανία, την αδιαφορία, την ένταση. την προκλητικότητα και  βεβαίως και  την πσραβατικότητα και διευρύνουν το χάσμα  μεταξύ των δυο παρατάξεων.

Υπάρχουν, πιστεύω, πολλά που μπορούν να γίνουν  για βελτίωση της κατάστασης, θα περιοριστώ όμως σε τρεις πολύ απλές εισηγήσεις, τη μείωση του αριθμού των μαθητών στα σχολεία, την  αναζήτηση τρόπων να αποκτήσουν νόημα για τους μαθητές αυτά που διδάσκονται και ο τρόπος που διδάσκονται, και η καταβολή προσπάθειας να επιτευχθεί μείωση των διαρκώς αυξανόμενων φυγόκεντρων δυνάμεων.

Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να πω οτιδήποτε για τα δυο πρώτα, γι αυτό προχωρώ στο τρίτο. Είναι πολύ καλά γνωστό  πως η μεγάλη πλειονότητα  των μαθητών δεν νιώθουν το σχολείο ως κάτι δικό τους , ως κάτι για το οποίο νιώθουν περήφανοι ή έστω  ενδιαφέρονται. Ένας σοβαρός λόγος γι αυτό, πιστεύω, είναι πως το σχολείο δεν καταβάλλει  τη δέουσα  προσπάθεια   να κτίσει μια προσωπική σχέση μαζί τους από την αρχή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο αδιάφορος και άχρωμος  τρόπος ένταξης τους στο   σχολείο τους. Οι καινούργιοι μαθητές μπαίνουν στο σχολείο τους όπως σε μια υπεραγορά. Όχι μόνο δεν γίνεται κάποια εκδήλωση προς τιμήν τους (κάποιος να τους καλωσορίσει , να τους δώσει σημασία, να τους  μιλήσει για το σχολείο και την  ιστορία του, τον εξοπλισμό του και για τη στοργή και φροντίδα που θα τους δείξει , ώστε να είναι μια αξέχαστη μέρα γι αυτούς που θα τους δέσει ψυχολογικά με το σχολείο τους, αλλά αρχίζουν με κανονικά έξι μαθήματα. Θυμούμαι πάντα την εντύπωση ενός μαθητή από την  πρώτης μέρα στην πρώτη τάξη του Παγκυπρίου Γυμνασίου, όπως την μετέφερε στον πατέρα του: Μπήκαν έξι καθηγητές στην τάξη μας και ο καθένας μας είπε το ποίημά του.

 Εάν το σχολείο δεν κατορθώσει  να κτίσει αυτή την  προσωπική, παιδαγωγική σχέση με τους μαθητές του, ώστε να νιώσουν ταύτιση μαζί του, θα υποχρεωθεί πολύ σύντομα να δανειστεί  θεσμούς και πρακτικές από άλλους τομείς δημόσιων σχέσεων, πιθανό από το Υπουργείο Εργασίας , και θα υπογράφει συμβάσεις ανάλογες με εκείνες που υπογράφονται από τους τρεις εταίρους εργοδότες, συντεχνίες και κυβέρνηση. Δεν θα έχει άλλο τρόπο που να  διασφαλίζει μια κάπως ομαλή συνεργασία με τους μαθητές του.

*Πρώην αν. καθηγητής Πανεπιστημίου Κύπρου



Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.





5