- ΠΟΕΔ
- 15 Οκτ 2025 - 14:23
Όταν ο διάλογος είναι μονόλογος και η βολική επίκληση της κοινωνίας
ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ*
Τον Μάιο του 2025 το Υπουργείο Παιδείας παρουσίασε την πρότασή του για το νέο σύστημα αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, καταθέτοντάς την στη Βουλή. Ένα σχέδιο που, παρά τον βαρύγδουπο τίτλο της μεταρρύθμισης, αποδείχθηκε γρήγορα πως δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια ακόμη απόπειρα επιβολής ενός γραφειοκρατικού συστήματος αξιολόγησης, με πολλά κενά και ασάφειες, ντυμένο με τον μανδύα του εκσυγχρονισμού.
Η Βουλή αναγνώρισε την απουσία διαλόγου και το γεγονός ότι το νομοσχέδιο δεν ήταν προϊόν συγκλίσεων, ζητώντας να συνεχιστεί η διαβούλευση. Το Υπουργείο όμως, αγνοώντας το σαφές μήνυμα που έλαβε, προχώρησε το καλοκαίρι σε συναντήσεις με τις εκπαιδευτικές οργανώσεις. Όπως διαφάνηκε, αυτές οι συναντήσεις πόρρω απείχαν από το τι σημαίνει ουσιαστικός διάλογος. Δεν κρατήθηκαν πρακτικά, παρά τις σχετικές δεσμεύσεις, δεν υπήρξαν γραπτές τοποθετήσεις εκ μέρους του ΥΠΑΝ και δεν καταγράφηκαν συγκλίσεις. Ήταν περισσότερο μια τυπική διαδικασία παρά μια ειλικρινής προσπάθεια συνεννόησης. Το αποτέλεσμα ήταν προδιαγεγραμμένο και το μόνο που επιτεύχθηκε ήταν ροκάνισμα πολύτιμου χρόνου. Το ίδιο νομοσχέδιο επέστρεψε στη Βουλή σχεδόν ατόφιο, χωρίς ουσιαστικές αλλαγές και χωρίς καμία προσαρμογή στις τεκμηριωμένες εισηγήσεις των εκπαιδευτικών οργανώσεων.
Είναι νωπές οι μνήμες μας από ένα σχετικά πρόσφατο νομοθέτημα, το νέο σύστημα διορισμών, που λόγω της επιδερμικής προεργασίας, του ελλιπούς διαλόγου, την αγνόηση των προειδοποιήσεων και της πρόχειρης ψήφισής του, χωρίς σωστό σχεδιασμό και μακροπρόθεσμο πλάνο, οδήγησε την εκπαίδευση σε αχαρτογράφητα νερά, κόσμο σε απόγνωση, ανυπέρβλητα προβλήματα στελέχωσης και πλέον αποτελεί ένα γρίφο για το πώς θα διορθωθεί. Αυτή η εμπειρία από μόνη της θα έπρεπε να αποτελεί προειδοποίηση για το πού οδηγούν οι αποσπασματικές και χωρίς διάλογο μεταρρυθμίσεις.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η περιβόητη Επιτροπή Παρακολούθησης που προβλέπεται στο νομοσχέδιο παρουσιάζεται ως καινοτομία και ασφαλιστική δικλείδα. Στην πραγματικότητα όμως, πρόκειται για ένα ακόμη θολό και ανεπαρκώς καθορισμένο σχήμα. Δεν υπάρχει σαφές καταστατικό λειτουργίας, δεν έχουν καθοριστεί όροι εντολής, ούτε διαφανείς διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Υποτίθεται ότι η επιτροπή θα παρακολουθεί την εφαρμογή του συστήματος αξιολόγησης και θα κάνει εισηγήσεις, χωρίς όμως να είναι σαφές πώς θα λαμβάνονται αποφάσεις, τι θα συμβαίνει σε περίπτωση διαφωνιών ή ποια θα είναι η δεσμευτικότητα των πορισμάτων της. Είναι δύσκολο να αποδοθεί αξιοπιστία σε μια τέτοια δομή, ιδίως όταν προέρχεται από ένα Υπουργείο που επανειλημμένα έχει επιδείξει αδράνεια και έλλειψη συνέπειας σε κρίσιμα ζητήματα όπως οι όροι εργασίας των αντικαταστατών, το σύστημα διορισμών ή τα προβλήματα των Ολοήμερων Σχολείων. Αν σε αυτά τα ουσιαστικά και χρονίζοντα θέματα η ανταπόκριση του Υπουργείου είναι ελάχιστη, πώς μπορεί να πείσει ότι μια ασαφής επιτροπή θα λειτουργήσει ως εγγύηση διαφάνειας και εμπιστοσύνης.
Το Υπουργείο συνεχίζει να επικαλείται την κοινωνία. Η Υπουργός δηλώνει πως η κοινωνία ζητά αλλαγή και ότι ο διάλογος δεν μπορεί να παρατείνεται επ’ αόριστον. Πρόκειται για μια επίκληση βολική και πολιτικά χρήσιμη, αλλά βαθιά αποκομμένη από την πραγματικότητα των σχολείων. Διότι η κοινωνία που επικαλείται το Υπουργείο, στην οποία ανήκουν και οι χιλιάδες εκπαιδευτικοί, γνωρίζουν τον καθημερινό αγώνα που γίνεται στα σχολεία. Με τα τμήματα να λειτουργούν με ελλείψεις, τα σχολεία να πιέζονται και τα παιδιά να στερούνται στήριξης. Η αλήθεια, όσο άβολη και να είναι, είναι μια: οι εκπαιδευτικοί παλεύουν καθημερινά να κρατήσουν όρθιο το δημόσιο σχολείο μέσα σε συνθήκες πίεσης, γραφειοκρατίας και υποστελέχωσης.
Αντί για έναν διάλογο ουσίας, το Υπουργείο επέλεξε τη γλώσσα της επιβολής. Αντί για συνεργασία, την προσχηματική πρόσκληση σε συναντήσεις. Αντί για συνεννόηση, την επίκληση των προθεσμιών και των δεσμεύσεων του Σχεδίου Ανάκαμψης. Έτσι, η μεταρρύθμιση μετατρέπεται σε διοικητικό σχέδιο και όχι σε εκπαιδευτικό όραμα.
Tο νομοσχέδιο φαίνεται να αγνοεί τη σχολική καθημερινότητα, τι σημαίνει να διδάσκεις μέσα σε αίθουσα χωρίς επαρκή στήριξη και να αξιολογείσαι σε ένα πλαίσιο που δεν σου παρέχει ούτε τα βασικά εργαλεία για να επιτελέσεις το έργο σου. Η πρόταση του Υπουργείου πάσχει από κάτι πολύ βαθύτερο. Την απουσία ολιστικής προσέγγισης. Αντιμετωπίζει την αξιολόγηση ως απομονωμένο εργαλείο, αποκομμένο από τις πραγματικές συνθήκες του σχολείου. Χωρίς πολιτικές για ενίσχυση υποδομών, για στελέχωση και για στήριξη της καθημερινότητας του εκπαιδευτικού, το όποιο σύστημα αξιολόγησης δεν θα βελτιώσει το εκπαιδευτικό σύστημα. Η Επίσημη Πλευρά αγνοεί την απλή αλλά θεμελιώδη αλήθεια ότι η αποτελεσματικότητα της εκπαίδευσης δεν είναι ατομική ευθύνη του εκπαιδευτικού αλλά αποτέλεσμα πολιτικών και δομών. Η αξιολόγηση έτσι όπως προτείνεται δεν πρόκειται να βελτιώσει τίποτα. Θα προσθέσει μόνο περαιτέρω εργασιακό άγχος και επιβάρυνση στην ήδη δύσκολη καθημερινότητα των εκπαιδευτικών.
Οι μεταρρυθμίσεις δεν γίνονται δια της επιβολής, ούτε με επικοινωνιακά συνθήματα. Γίνονται με ειλικρίνεια, με αμοιβαίο σεβασμό και με κατανόηση των πραγματικών δεδομένων των σχολείων. Η εκπαίδευση δεν μπορεί να προχωρήσει αν οι άνθρωποι που τη στηρίζουν, οι εκπαιδευτικοί, αισθάνονται ότι αγνοούνται, υποτιμούνται και πιέζονται αντί να ενδυναμώνονται».
Comments (0)
This thread has been closed from taking new comments.

