- ΟΕΛΜΕΚ
- 19 Νοε 2025 - 10:15
Αξιολόγηση και πειθαναγκασμός
ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ*
Εδώ και δεκαετίες η Παιδεία λειτουργεί ως ένα σύστημα μηχανικής μετάδοσης της γνώσης, και ο εκπαιδευτικός, η ραχοκοκαλιά της εκπαίδευσης, έχει περάσει στον ρόλο του διεκπεραιωτή. Ακόμα και η αξιολόγησή του, όπως ισχύει σήμερα, είναι μια ψυχρή διοικητική διαδικασία και μια απόπειρα μετρήσιμης απόδοσης.
Η εκπαίδευση σαν ένας ζωντανός οργανισμός, που δομείται και αναπνέει μέσα από τις συναισθηματικές, συμβολικές και νοηματικές σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους, είναι πάνω απ’ όλα πεδίο σχέσεων, μια βαθιά ψυχολογική, πολιτισμική και ηθική πράξη, για αυτό και ο εκπαιδευτικός είναι ένα πρόσωπο σε διαρκή ψυχική έκθεση.
Το προτεινόμενο νέο σύστημα αξιολόγησης από την Υπουργό Παιδείας, το οποίο συνάντησε την κάθετη άρνηση της πλειοψηφίας των εκπαιδευτικών, αγνοεί ακριβώς αυτή τη θεμελιώδη διάσταση. Εισάγει ένα πλέγμα ελέγχου και κατηγοριοποίησης, το οποίο προσπαθεί να οργανώσει τη σχολική ζωή με όρους της σύγχρονης παραγωγής, με αριθμητικούς δείκτες, συχνές αξιολογήσεις από διευθυντές και επιθεωρητές και επιβραβεύσεις των «αρίστων».
Πίσω από αυτή τη φαινομενική λογική "αντικειμενικότητας" κρύβεται μια παιδαγωγικά και ψυχικά επικίνδυνη για τον εκπαιδευτικό παρανόηση, η οποία ισχύει εδώ και χρόνια και την οποία ουδείς τόλμησε να αμφισβητήσει με σοβαρά επιχειρήματα. Ότι δηλαδή ο εκπαιδευτικός γίνεται καλύτερος υπό πίεση και ότι οφείλει να παραδοθεί στην κρίση της εξουσίας για να αποδείξει την αξία του. Και η παρανόηση αυτή λειτουργεί υπόγεια, νομιμοποιημένη από την σιωπή μιας κουλτούρας όπου δεν μιλάς αλλά γλείφεις, δεν αντιδράς και δεν εκφέρεις γνώμη για να αρέσεις στον εκάστοτε διευθυντή του σχολείου και στον επιθεωρητή της ειδικότητας σου. Από την άλλη, γνωρίζω συναδέλφους, που προτιμούν να συμπεριφέρονται με ευθύτητα έχοντας μοναδικό τους γνώμονα τον ίδιο τον μαθητή. Και αυτοί πληρώνουν το τίμημα της γνώμης τους, διασώζοντας την τιμή του εκπαιδευτικού στα μάτια των μαθητών τους.
Μέσα από τα 30 χρόνια υπηρεσίας στην εκπαίδευση, μπορώ να εντοπίζω καθημερινά τον αντίκτυπο ενός τέτοιου συστήματος. Ο φόβος του επιθεωρητή συρρικνώνει τον εκπαιδευτικό αντί να τον βελτιώνει, τον κάνει πιο ελεγχόμενο και πιο εσωστρεφή, ενεργοποιεί τις άμυνες του, όπως είναι η συμμόρφωση, η αποστασιοποίηση από τον εαυτό του και τον ρόλο του και στο τέλος, οδηγεί τον εκπαιδευτικό σε μια υποσυνείδητη ή ακόμη χειρότερα συνειδητή επιθετικότητα προς τους μαθητές.
Η αξιολόγηση, όπως λειτουργεί και όπως επιχειρείται να εφαρμοστεί, δημιουργεί ένα πλαίσιο κρίσης και ενοχής αφενός γιατί δεν υπάρχει εμπιστοσύνη απέναντι στον θεσμό της επιθεώρησης αφού ο εκπαιδευτικός ζει το βλέμμα εξουσίας που απαιτεί από αυτόν να συμμορφώνεται, και αφετέρου δημιουργεί ένα ρήγμα στη νοηματοδότηση του ρόλου, στοχοποιεί τον εκπαιδευτικό και παράλληλα οδηγεί στην αποστασιοποίηση εμφανίζοντας έναν υποκριτικό ψευδοεπαγγελματικό εαυτό. ΄
Η ψυχοθεραπευτική εμπειρία μάς έχει διδάξει πως η αλλαγή δεν επέρχεται μέσω του φόβου ούτε μέσω της επιβολής. Επέρχεται όταν το άτομο νοιώσει ασφαλές και ελεύθερο να εξερευνήσει τον εαυτό του μέσα σε ένα κλίμα εμπιστοσύνης και αναστοχασμού. Το εκπαιδευτικό σύστημα, αν θέλει να είναι ζωντανό, πρέπει να μεταφέρει στους ανθρώπους του αυτό ακριβώς το βίωμα. Να λειτουργεί θεραπευτικά και όχι ως μικρογραφία μιας νεοφιλελεύθερης λογικής ανταγωνισμού.
Η απόπειρα να επιβληθεί ένα τέτοιο σύστημα με πιεστικούς όρους της ελεύθερης αγοράς, δεν είναι μόνο άτοπη. Είναι βαθιά προσβλητική προς τον εσωτερικό μόχθο του εκπαιδευτικού κόσμου. Κανένας εκπαιδευτικός δεν ξεκινά τη διαδρομή του για να προαχθεί. Ξεκινά για να εμπνεύσει, να καλλιεργήσει, να μεταδώσει, να συνοδεύσει και να διαμορφώσει ψυχές. Και αν κάτι πρέπει να αξιολογείται, είναι το πώς το σχολείο ως θεσμός ενισχύει ή καταστέλλει αυτή την αποστολή.
Η ψυχοθεραπεία μάς διδάσκει την αξία της σχέσης. Ο εκπαιδευτικός πρέπει να βρίσκεται σε διαρκή σχέση με τον εαυτό του, τους μαθητές του και το σύστημα γύρω του. Αν το σύστημα τον κοιτά με καχυποψία, τότε η εσωτερική του σχέση διαβρώνεται, χάνει τον ενθουσιασμό, την πίστη του στο έργο, τη βεβαιότητα ότι ο ρόλος του έχει νόημα και αυτό δεν αφορά μόνον την επαγγελματική εξουθένωση αλλά επικεντρώνεται σε μια υπαρξιακή διάψευση.
Για τους πιο πάνω λόγους και άλλους τόσους, η αξιολόγηση δεν μπορεί να είναι κατασκευή πειθαρχίας. Πρέπει να είναι διαδικασία νοήματος και οφείλει να προκύπτει από τη σχέση αντί να επιβάλλεται έξωθεν. Πρέπει να λειτουργεί θεραπευτικά, όπως κάθε διαδικασία που αξιώνει να συνοδεύει έναν άνθρωπο στην ανάπτυξή του. Το προτεινόμενο μοντέλο, αντιθέτως, απομακρύνεται βίαια από αυτή την προοπτική. Αντί να ενισχύσει τον παιδαγωγικό δεσμό, τον απειλεί εδραιώνοντας την συμμόρφωση.
Η συλλογική απόρριψη του σχεδίου από τον εκπαιδευτικό κόσμο της Κύπρου, δεν είναι μια απλή ένδειξη αδιαλλαξίας. Ίσως να είναι μια ενστικτώδης ένδειξη ψυχικής αυτοπροστασίας, ίσως και να είναι η υγιής αντίδραση ενός σώματος που δεν αντέχει να λειτουργεί υπό συνθήκες ελέγχου και υποτίμησης. Και ίσως, για πρώτη φορά, αξίζει το Υπουργείο να ακούσει τις διαμαρτυρίες των εκπαιδευτικών γιατί η εκπαίδευση δεν είναι διοίκηση αλλά σχέση.
*Καθηγητής Μουσικής, απόφοιτος του Τμήματος Μουσικών Σπουδών της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ, κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος (MMus) στη Μουσικολογία/Μουσικοπαιδαγωγική, Μεταπτυχιακό Τίτλο Σπουδών (MSc) στην Εκπαιδευτική Ψυχολογία καιεκπαιδευόμενο μέλος του Παγκύπριου Συνδέσμου Ψυχοθεραπευτών. Ασχολείται με την ερευνητική και συγγραφική δραστηριότητα που αφορά τις θεραπευτικές επιδράσεις της μουσικής σε σωματικό, νοητικό και ψυχικό επίπεδο.
Comments (0)
This thread has been closed from taking new comments.

