- ΟΕΛΜΕΚ
- 01 Δεκ 2025 - 09:24
Άλλαξε ο Μανωλιός και έβαλε τα ρούχα του αλλιώς: Μια Αξιολόγηση καταδικασμένη να επαναλάβει τον αποτυχημένο της εαυτό
ΤΗΣ ΕΛΕΝΑΣ ΧΑΤΖΗΓΕΡΟΥ*
Η δημόσια συζήτηση γύρω από το νέο πλαίσιο αξιολόγησης διεξάγεται σε έναν τόνο υπόσχεσης και προσδοκίας, εύπεπτο για το κοινό που παρακολουθεί με «αγωνία» να βεβαιωθεί ότι οι εκπαιδευτικοί δεν θα αξιολογούνται απλώς, αλλά ότι ο αξιολογητής θα τους τραβά το αυτί μέχρι να «καταλάβουν το μάθημά τους». Πρόκειται για μια τεχνητή αισιοδοξία που γεννιέται περισσότερο από την ανάγκη της πολιτείας να παρουσιάσει έργο παρά από πραγματική εμπιστοσύνη στη λειτουργικότητα του σχεδίου. Η εικόνα της «μεταρρύθμισης στην αξιολόγηση» καλλιεργείται επικοινωνιακά, όμως τα κεντρικά στοιχεία του πλαισίου ανακυκλώνουν τις ίδιες, βαθιά ριζωμένες αδυναμίες της κυπριακής εκπαίδευσης και παραμένουν αποκομμένα από τις πραγματικές ανάγκες των σχολείων. Έτσι, πριν ακόμη εφαρμοστεί, το νέο μοντέλο αποκαλύπτει τη γνώριμη φύση του: μια αξιολόγηση που αλλάζει ενδύματα, αλλά παραμένει κολλημένη στην παλιά της λογική, καταδικασμένη να επαναλαμβάνει τον αποτυχημένο της εαυτό αντί να τον υπερβεί.
Σύντομα η Βουλή, η οποία μέχρι πρόσφατα λειτουργούσε ως διαμεσολαβητής ανάμεσα στο Υπουργείο και τις εκπαιδευτικές οργανώσεις, θα κληθεί να λάβει αποφάσεις που αφορούν άμεσα τη λειτουργία των σχολικών μονάδων, χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή εκείνων που επωμίζονται το βάρος της εφαρμογής τους. Αυτή η μετάβαση από τον διάλογο στη μονομερή διαμόρφωση πολιτικής δεν αποτελεί λεπτομέρεια, αλλά ένδειξη του τρόπου με τον οποίο η πολιτεία αντιλαμβάνεται την εκπαιδευτική πραγματικότητα ως πεδίο διοικητικής διεκπεραίωσης και όχι ως ζωντανό οργανισμό που απαιτεί, δημοκρατικά και αδιαπραγμάτευτα, τη φωνή των ανθρώπων που τον στηρίζουν. Παρά τις «συζητήσεις», τα περισσότερα σημεία του πλαισίου παραμένουν ασαφή, ενώ ορισμένα κρίσιμα ζητήματα φαίνεται πως θα αποσυρθούν αθόρυβα και θα καταλήξουν στις γνωστές ελληνικές καλένδες. Η επιλεκτική αυτή ασάφεια δεν προκύπτει από άγνοια, αλλά από συνειδητή πρόθεση το περιεχόμενο να διαμορφώνεται “by the seat of their pants”, ή κατά πού φυσάει ο άνεμος.
Η πιο ενδεικτική από αυτές τις θολές ζώνες αφορά στον ρόλο του διευθυντή, ο οποίος παρουσιάζεται στα κείμενα με τρόπο που δημιουργεί την εντύπωση ενδυνάμωσης, αλλά στην ουσία αποτυπώνει έναν ρόλο περισσότερο διαχειριστικό παρά ηγετικό, περισσότερο γραφειοκρατικό παρά παιδαγωγικό και κυρίως εκτελεστικό αντί συμμετοχικό. Η ρητορική περί «ηγέτη διευθυντή» ακυρώνεται από τις ίδιες τις πρόνοιες του πλαισίου, οι οποίες μεταφέρουν στον διευθυντή ευθύνες χωρίς εργαλεία, λογοδοσία χωρίς εξουσία και καθήκοντα χωρίς υποστήριξη. Ένας διευθυντής που δεν μπορεί να επηρεάσει τη στελέχωση, που δεν διαθέτει τον χρόνο να ασκήσει παιδαγωγική καθοδήγηση και που δεν συμμετέχει στις αποφάσεις που καθορίζουν την καθημερινότητα του σχολείου δεν μπορεί να θεωρηθεί ηγέτης. Πρόκειται για τον τελικό κρίκο μιας αλυσίδας ευθυνών που τον καθιστά υπόλογο για όσα δεν μπορεί να ελέγξει και υπεύθυνο για όσα άλλοι έχουν αποφασίσει.
Η εντύπωση μεταρρύθμισης και βελτίωσης στην αξιολόγηση καταρρέει όταν συγκριθεί με την πραγματικότητα των σχολείων, όπου η έλλειψη πόρων, η διοικητική υπερφόρτωση και η πολυπλοκότητα των μαθητικών πληθυσμών διαμορφώνουν συνθήκες στις οποίες οι δείκτες επίδοσης δεν αντανακλούν την ποιότητα του έργου, αλλά τις διαρθρωτικές αδυναμίες ενός συστήματος που αρνείται να αυτοαξιολογηθεί. Σε αυτό το περιβάλλον, το παλιό ρητό «Άλλαξε ο Μανωλιός και έβαλε τα ρούχα του αλλιώς» δεν περιγράφει απλώς μια επιφανειακή αλλαγή, αλλά συνοψίζει την κεντρική παθολογία μιας δημόσιας διοίκησης που προτιμά να αλλάζει την όψη αντί την ουσία και που μετακινεί το περίβλημα όταν αρνείται να μετακινήσει τον εαυτό της. Για αυτό και το “Εξαίρετος” πριν θα παραμείνει “Εξαίρετος” μετά, το ίδιο και ο μέτριος, όπως και ο ανεπαρκής.
Αν επιθυμούμε ένα σύστημα αξιολόγησης που να λειτουργεί πράγματι ως μοχλός προόδου και όχι ως ακόμη ένας πατενταρισμένος μηχανισμός εργοστασίου, τότε η πολιτεία οφείλει να αναμετρηθεί πρώτα με τις δικές της ευθύνες. Καμία αξιολόγηση δεν μπορεί να είναι δίκαιη όταν αγνοεί τις συνθήκες μέσα στις οποίες εργάζονται τα σχολεία. Καμία μεταρρύθμιση δεν μπορεί να είναι ουσιαστική όταν παράγεται χωρίς τη συμμετοχή εκείνων που θα την υλοποιήσουν. Και καμία πολιτική δεν μπορεί να θεωρηθεί επιτυχής όταν εφαρμόζεται με αποφάσεις που λαμβάνονται για εμάς χωρίς εμάς.
Πολύ περισσότερο, ούτε το παλιό σύστημα ούτε το νέο έχουν τη δυνατότητα να αλλάξουν την ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης, επειδή στηρίζονται στην ίδια προβληματική παραδοχή: ότι ένας αριθμητικός βαθμός μπορεί από μόνος του να κρίνει την προαγωγή ή μη του εκπαιδευτικού, χωρίς κανένα ουσιαστικό ποιοτικό κριτήριο, χωρίς καμία σύνδεση με τα δεδομένα της σχολικής πραγματικότητας και χωρίς την παραμικρή τεκμηρίωση ότι όντως αξιολογεί όσα η διαμορφωτική αξιολόγηση υποτίθεται πως μετρά. Το σκεπτικό αυτό δεν διαφέρει σε τίποτα από την ωφελιμιστική λογική των εισαγωγικών εξετάσεων στα πανεπιστήμια, όπου όλα κρίνονται από μία και μόνη εξέταση. Και όποιος συνεχίζει να πιστεύει ότι διεξάγεται και νοηματοδοτείται στην πράξη η διαμορφωτική αξιολόγηση των μαθητών είναι βαθιά νυχτωμένος και εκτός εκπαιδευτικής πραγματικότητας.
Η εκπαίδευση δεν χρειάζεται άλλο ένα σύνολο ρούχων που αλλάζουν για να αλλάξουν. Χρειάζεται δομές που να αντανακλούν την πολυπλοκότητα και τη σοβαρότητα του έργου της, χρειάζεται μηχανισμούς που να αναγνωρίζουν την πραγματικότητα των σχολείων και χρειάζεται ένα κράτος που να διαθέτει επιτέλους την τόλμη να μεταρρυθμίσει τον εαυτό του. Μόνο τότε η αξιολόγηση θα έχει νόημα και μόνο τότε ο Μανωλιός δεν θα αρκείται στο να αλλάζει τα ρούχα του, αλλά θα αλλάζει πραγματικά.
* Διευθύντρια Σχολείου Μέσης Εκπαίδευσης
Comments (0)
This thread has been closed from taking new comments.

