- ΠΟΕΔ
- 08 Ιουλ 2026 - 22:51
Αν δεν στηρίξουμε τους εκπαιδευτικούς στην τάξη, πώς θα στηρίξουμε τα παιδιά;
ΤΗΣ ΡΑΝΙΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ*
Πίσω από όλες τις συζητήσεις που αφορούν την παιδεία και το δημόσιο σχολείο υπάρχει ένα πολύ ουσιαστικό ερώτημα: ποια αντίληψη έχουμε για την κοινωνία και ποιον ρόλο πιστεύουμε ότι πρέπει να διαδραματίζει το κράτος στη διασφάλιση των κοινωνικών δικαιωμάτων;
Η πρόσφατη απόφαση του Zohran Mamdani, του νέου δημάρχου της Νέας Υόρκης, να επενδύσει δισεκατομμύρια δολάρια σε νέες σχολικές υποδομές με στόχο τη μείωση του αριθμού των παιδιών ανά τάξη και την πρόσληψη εκπαιδευτικών, όπως και η διαχρονική επιλογή κάποιων κρατών να διατηρούν σχεδόν δωρεάν τη φοίτηση στα δημόσια πανεπιστήμιά τους, δεν αποτελούν ιδεολογικά ουδέτερες διοικητικές ή οικονομικές αποφάσεις αλλά συνειδητές πολιτικές επιλογές που πηγάζουν από μια συγκεκριμένη ιδεολογική θεώρηση: ότι η εκπαίδευση είναι δημόσιο αγαθό και ότι η πρόσβαση στη γνώση δεν μπορεί να εξαρτάται από την οικονομική κατάσταση της οικογένειας στην οποία γεννήθηκες.
Αυτή η θεώρηση αντιλαμβάνεται την παιδεία ως έναν από τους βασικότερους μηχανισμούς κοινωνικής κινητικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Θεωρεί ότι η επένδυση σε σχολεία, εκπαιδευτικούς και πανεπιστήμια δεν αποτελεί κόστος αλλά επένδυση με μακροπρόθεσμη απόδοση για ολόκληρη την κοινωνία. Γιατί μια κοινωνία με υψηλά επίπεδα μόρφωσης είναι πιο δημοκρατική, πιο ανθρώπινη, πιο προοδευτική, πιο ορθολογιστική, πιο καινοτόμα και πιο δίκαιη.
Υπάρχει όμως και μια διαφορετική πολιτική αντίληψη, η οποία κυριάρχησε σε πολλές δυτικές χώρες τις τελευταίες δεκαετίες. Πρόκειται για μια αντίληψη που αντιμετωπίζει το κράτος κυρίως ως διαχειριστή οικονομικών πόρων και η οποία προσεγγίζει τις δημόσιες δαπάνες για την παιδεία, την υγεία και την κοινωνική πρόνοια ως κόστος που πρέπει να συρρικνωθεί. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εκπαίδευση παύει σταδιακά να αντιμετωπίζεται ως κοινωνική επένδυση και αρχίζει να αντιμετωπίζεται ως ένας ακόμη τομέας που πρέπει να λειτουργεί με όρους αποδοτικότητας, κέρδους, μετρήσιμων αποτελεσμάτων και διαρκούς ελέγχου, όπως δηλαδή ισχύει σε κάθε ιδιωτική επιχείρηση.
Αυτή η ιδεολογική μετατόπιση μπορεί να ακούγεται αφηρημένη ως έννοια, αλλά έχει πολύ συγκεκριμένες αρνητικές συνέπειες, τις οποίες ζούμε ως εκπαιδευτικοί τα τελευταία χρόνια. Εδώ και χρόνια η ΠΟΕΔ θέτει ζητήματα που αφορούν τη μείωση του αριθμού παιδιών ανά τάξη, την αναβάθμιση των σχολικών υποδομών, τον εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού, την ενίσχυση των υποστηρικτικών δομών, την αύξηση του υποστηρικτικού προσωπικού και τη βελτίωση των συνθηκών μάθησης. Παράλληλα, οργανωμένοι γονείς, όπως στο πολύ πρόσφατο παράδειγμα των σχολείων του Ύψωνα, έδιναν και δίνουν για χρόνια έναν μεγάλο αγώνα για τα αυτονόητα: για την ανέγερση νέας πτέρυγας σε σχολείο με υπερπληθυσμό, για την κατάργηση επτά λυόμενων αιθουσών που πλημμυρίζουν όταν βρέχει αλλά εξακολουθούν να στεγάζουν παιδιά εν έτει 2026, για πιστοποιητικά καταλληλότητας, για ανέγερση νέων σχολείων, για στέγαστρα κ.ο.κ. Σαν αυτό το παράδειγμα υπάρχουν πολλά παρόμοια σε ολόκληρη την Κύπρο. Σχολεία που δεν διαθέτουν ούτε τις βασικές υποδομές, χωρίς κλιματισμό ή με κλιματιστικά που δεν λειτουργούν, γιατί οι εγκαταστάσεις της ΑΗΚ χρειάζονται την αντίστοιχη αναβάθμιση, σχολεία χωρίς εργαστήρια, χωρίς κατάλληλες αίθουσες ειδικής εκπαίδευσης, με σοβαρές ελλείψεις σε υποστηρικτικό προσωπικό και χωρίς απαραίτητες στηρίξεις για τους εκπαιδευτικούς εντός της τάξης.
Και όμως, ενώ τα προβλήματα παραμένουν, ενώ οι ανάγκες των σχολείων αυξάνονται και ενώ οι εκπαιδευτικοί καλούνται να διαχειριστούν ολοένα και πιο σύνθετες μαθησιακές, κοινωνικές και συναισθηματικές προκλήσεις με αδικαιολόγητες παρεμβάσεις αλλά και συνεχή αμφισβήτηση του δύσκολου έργου τους από θεσμούς ή άτομα που δεν έχουν την απαιτούμενη γνώση ή διδακτική εμπειρία, εντούτοις, η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται διαρκώς προς την αξιολόγηση, τους δείκτες, τις μετρήσεις και τους μηχανισμούς ελέγχου των εκπαιδευτικών.
Αντί να εξοργιζόμαστε που υπάρχουν ακόμη παιδιά χωρίς τις απαραίτητες στηρίξεις σε απαράδεκτες συνθήκες μάθησης, συζητούμε πώς θα μετρήσουμε καλύτερα την απόδοση των εκπαιδευτικών. Αντί να αναζητούμε τρόπους μείωσης του αριθμού μαθητών ανά τάξη, αναζητούμε νέες διαδικασίες τεκμηρίωσης του εκπαιδευτικού έργου. Αντί να απαιτούμε περισσότερους εκπαιδευτικούς ψυχολόγους, καταδικάζουμε μεν τα αυξανόμενα περιστατικά βίας, αλλά ρίχνουμε την ευθύνη στους εκπαιδευτικούς που ανέλαβαν και τον ρόλο του ψυχολόγου. Αντί να επενδύουμε περισσότερο στην ουσιαστική υποστήριξη των σχολείων και στην ουσιαστική πρόληψη, επενδύουμε περισσότερο στη δημιουργία ελεγκτικών μηχανισμών που θα τα επιβλέπουν.
Ακριβώς γι’ αυτούς τους λόγους, μέσα σε ένα κλίμα καχυποψίας προς το δημόσιο σχολείο και τους λειτουργούς που το υπηρετούν, το νέο σύστημα αξιολόγησης δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένο από τη γενικότερη φιλοσοφία που το συνοδεύει. Όταν η έμφαση μεταφέρεται από την ουσία του παιδαγωγικού έργου στη διαρκή τεκμηρίωσή του με περιττή γραφειοκρατία, όταν η λογική του ατομικού πορτφόλιο και της αυτοπροβολής αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα ως κριτήριο αξιολόγησης από την καθημερινή σχέση που οικοδομείται ανάμεσα στην/στον εκπαιδευτικό και το παιδί, τότε δικαιολογημένα γεννώνται ερωτήματα. Ειδικά όταν την ίδια στιγμή αυξάνονται από τη μια οι υψηλόμισθες θέσεις αξιολογητών και επιθεωρητών, όμως, από την άλλη, ξαφνικά δεν υπάρχουν λεφτά όταν πρόκειται για αιτήματα ουσίας όπως τα μικρότερα τμήματα, οι καλύτερες υποδομές, περισσότεροι εκπαιδευτικοί ψυχολόγοι, ώρες ενίσχυσης παιδιών με δυσκολίες και ουσιαστική στήριξη.
Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι σταδιακά μετακυλίεται η ευθύνη από το σύστημα στο άτομο, αφού οι δομικές αδυναμίες της εκπαίδευσης παρουσιάζονται ως πρόβλημα ατομικής ικανότητας των εκπαιδευτικών. Η ανεπάρκεια του ΥΠΑΝ παρουσιάζεται στη δημόσια συζήτηση ως ανεπάρκεια των εκπαιδευτικών, αφού είναι πάντα πιο εύκολο να στοχοποιήσεις τους εργαζόμενους αντί αυτούς που αποφασίζουν ερήμην τους. Οι κοινωνικές ανισότητες, οι ελλείψεις προσωπικού, η γραφειοκρατία, οι ανεπαρκείς υποδομές και οι ολοένα αυξανόμενες απαιτήσεις καταλήγουν να φορτώνονται στους ώμους εκείνων που βρίσκονται μέσα στην τάξη και παλεύουν καθημερινά μόνοι και αβοήθητοι. Και όταν παλεύεις χωρίς στηρίξεις, είναι πιο πιθανό να μειωθεί η ποιότητα της μάθησης, να γίνουν λάθη ή να φτάσεις σε σημείο εργασιακής εξουθένωσης στην υπερπροσπάθειά σου να κρατήσεις όρθιο ένα σύστημα που καταρρέει.
Όταν μια κοινωνία επιλέγει να επενδύει περισσότερο στον έλεγχο παρά στην εμπιστοσύνη, περισσότερο στη μέτρηση παρά στη στήριξη και περισσότερο στους μηχανισμούς εποπτείας παρά στις πραγματικές ανάγκες των σχολείων, τότε έχει ήδη υιοθετήσει μια συγκεκριμένη αντίληψη για την εκπαίδευση και τον ρόλο του κράτους.
Γι' αυτό και η παιδεία δεν είναι ποτέ ιδεολογικά ουδέτερη. Ούτε οι πολιτικές που τη διαμορφώνουν είναι ουδέτερες. Κάθε προϋπολογισμός, κάθε μεταρρύθμιση, κάθε κυβερνητική προτεραιότητα αποκαλύπτει τι θεωρεί μια κυβέρνηση και, κατ’ επέκταση, μια κοινωνία σημαντικό. Και όταν έρχεται η ώρα της κάλπης, οι πολίτες δεν επιλέγουν απλώς πρόσωπα. Επιλέγουν ανάμεσα σε διαφορετικές αντιλήψεις για το τι είναι ανθρώπινο δικαίωμα, τι είναι δημόσιο αγαθό και ποιο μέλλον θέλουν να χτίσουν για τα παιδιά τους.
Σε μια εποχή κατά την οποία η δημόσια παιδεία αντιμετωπίζεται ολοένα και συχνότερα με όρους ζημιάς και κέρδους, ο ρόλος του οργανωμένου και μαχητικού συνδικαλιστικού κινήματος καθίσταται πιο αναγκαίος από ποτέ. Όχι για να υπερασπίζεται συντεχνιακά προνόμια, όπως συχνά επί σκοπού παρουσιάζεται, αλλά για να υπερασπίζεται τον δημόσιο χαρακτήρα της εκπαίδευσης, το δικαίωμα όλων των παιδιών σε ποιοτική μόρφωση και την ανάγκη η πολιτεία να επενδύει ουσιαστικά στα σχολεία της και στους ανθρώπους που τα υπηρετούν.
Κάθε δικαίωμα που σήμερα θεωρούμε αυτονόητο, από το δωρεάν δημόσιο σχολείο μέχρι τις συνθήκες εργασίας των εκπαιδευτικών και την πρόσβαση των πιο ευάλωτων παιδιών στη μόρφωση, κατακτήθηκε μέσα από συλλογικούς αγώνες. Και όσο υπάρχουν πολιτικές που αντιμετωπίζουν την παιδεία ως δαπάνη προς περιορισμό και όχι ως κοινωνικό αγαθό προς ενίσχυση, τόσο θα είναι απαραίτητη η ύπαρξη ενός ισχυρού, διεκδικητικού και κοινωνικά προσανατολισμένου συνδικαλιστικού κινήματος που θα λειτουργεί ως ανάχωμα απέναντι στην υποβάθμιση του δημόσιου σχολείου και ως υπερασπιστής του δικαιώματος κάθε παιδιού σε μια ποιοτική δημόσια εκπαίδευση.
*Πρόεδρος Προοδευτικής Κίνησης Δασκάλων και Νηπιαγωγών Λεμεσού
Οργ. Γραμματέας Επαρχιακού Γραφείου ΠΟΕΔ Λεμεσού

