- ΟΕΛΜΕΚ
- 31 Μαι 2026 - 10:45
Από την επίδοση στην ετοιμότητα: Η οικονομική παιδεία ως πράξη ευθύνης απέναντι στις νέες γενιές
ΤΗΣ ΒΑΘΟΥΛΑΣ (ΕΥΑΣ) ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ*
«Η ανάπτυξη είναι η διεύρυνση των πραγματικών ελευθεριών που απολαμβάνουν οι άνθρωποι»
(Sen, 1999).
Αν αποδεχθούμε ότι ο σκοπός της παιδείας είναι να διευρύνει τις δυνατότητες του ανθρώπου να επιλέγει συνειδητά τη ζωή που επιθυμεί, τότε η εκπαίδευση δεν μπορεί να περιορίζεται στη μετάδοση γνώσεων ούτε να αξιολογεί την επιτυχία της αποκλειστικά μέσα από βαθμούς, εξετάσεις και δείκτες επίδοσης. Οφείλει να καλλιεργεί ανθρώπους ικανούς να κατανοούν την πραγματικότητα, να αξιολογούν τις επιλογές τους και να συμμετέχουν υπεύθυνα στην κοινωνική και οικονομική ζωή.
Η παιδεία, υπό αυτή την έννοια, δεν αφορά μόνο το τι γνωρίζει ο μαθητής, αλλά τι μπορεί να κάνει με αυτό που γνωρίζει. Δεν αφορά μόνο την επίδοση, αλλά την ετοιμότητα: την ικανότητα του νέου ανθρώπου να ερμηνεύει, να αποφασίζει, να αναστοχάζεται και να μετατρέπει τη γνώση σε υπεύθυνη πράξη. Η διεθνής βιβλιογραφία επισημαίνει ότι η ποιότητα της εκπαίδευσης δεν μπορεί να ταυτίζεται αποκλειστικά με τη μέτρηση της επίδοσης, αλλά συνδέεται με την ανάπτυξη δεξιοτήτων, την κριτική σκέψη, τη λήψη αποφάσεων, την κοινωνική συμμετοχή και την αξιοποίηση της γνώσης σε πραγματικές συνθήκες (Dewey, 1916; Freire, 1970).
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι απλώς αν οι μαθητές αποκτούν γνώσεις, αλλά αν οι γνώσεις αυτές μετατρέπονται σε ικανότητα κατανόησης και δράσης. Όταν οι προκλήσεις εμφανίζονται ταχύτερα από τις θεσμικές απαντήσεις, η παιδεία δεν μπορεί να εξαντλείται στην αποστήθιση γνώσεων που δεν αποκτούν πρακτική και κοινωνική αξία στη ζωή των μαθητών. Μια γνώση που δεν οδηγεί σε κατανόηση, κρίση και δράση παραμένει αδρανής· ενώ μια παιδεία με νόημα μετατρέπει τη μάθηση σε εργαλείο ζωής.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Καντ υποστήριζε ότι ο άνθρωπος γίνεται άνθρωπος μόνο μέσω της παιδείας, καθώς η εκπαίδευση οφείλει να καλλιεργεί τη λογική, την ηθική κρίση, την αυτοπειθαρχία και την αυτονομία του ατόμου (Kant, 1803). Από διαφορετική αφετηρία, ο Rousseau (1762) ανέδειξε τη σημασία της φυσικής ανάπτυξης του παιδιού και της μάθησης μέσα από την εμπειρία. Οι δύο αυτές προσεγγίσεις υπενθυμίζουν ότι η παιδεία δεν είναι μόνο γνωστική διαδικασία, αλλά βαθιά ανθρωποπλαστική πράξη.
Με βάση αυτή την προσέγγιση, η οικονομική παιδεία δεν μπορεί να περιορίζεται σε αφηρημένες έννοιες ή θεωρητικές αναφορές. Η κατανόηση του χρήματος, της εργασίας, της κατανάλωσης, της αποταμίευσης, της επιχειρηματικότητας και της κοινωνικής ευθύνης αποκτά ουσιαστικό νόημα όταν συνδέεται με βιώματα και πραγματικές καταστάσεις της καθημερινότητας των μαθητών. Η γνώση τότε παύει να αποτελεί σχολική υποχρέωση και μετατρέπεται σε εργαλείο κατανόησης της ζωής.
Όσο περισσότερο επενδύουμε τις ελπίδες μας στις επόμενες γενιές, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ευθύνη μας να τους προσφέρουμε τα εφόδια που απαιτεί η πραγματικότητα που θα κληθούν να διαχειριστούν. Η προετοιμασία αυτή δεν αφορά μόνο την επαγγελματική τους αποκατάσταση, αλλά τη συνολική τους συγκρότηση ως πολιτών που θα χρειαστεί να σκεφτούν κριτικά, να αναλάβουν ευθύνες, να αξιολογήσουν επιλογές και να διαμορφώσουν συνειδητά τη δική τους πορεία.
Ωστόσο, η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο επιτακτική σε μια εποχή όπου η πληροφορία είναι άφθονη, αλλά η αλήθεια συχνά συγχέεται με την πειθώ. Ήδη από την αρχαία σοφιστική σκέψη, ο Γοργίας ανέδειξε τη δύναμη του λόγου και της πειθούς, θέτοντας ερωτήματα γύρω από τη γνώση, την αλήθεια και τη δυνατότητα επικοινωνίας της. Σήμερα, σε ένα περιβάλλον ψηφιακής υπερπληροφόρησης, κοινωνικών δικτύων και συνεχών επιρροών, η παιδεία οφείλει να καλλιεργεί νέους που δεν αρκούνται στο να δέχονται πληροφορίες, αλλά μπορούν να τις αξιολογούν, να τις ερμηνεύουν και να διακρίνουν την τεκμηριωμένη γνώση από την απλή εντύπωση.
Η θεωρητική αυτή συζήτηση αποκτά ουσιαστικό νόημα μόνο όταν συνδεθεί με την καθημερινότητα των μαθητών. Οι νέοι δεν συναντούν την οικονομία για πρώτη φορά ως ενήλικες· τη βιώνουν ήδη μέσα στην οικογένεια, στις επιλογές κατανάλωσης, στις ψηφιακές συναλλαγές, στις προσδοκίες για σπουδές και εργασία, αλλά και στις κοινωνικές πιέσεις που διαμορφώνουν την εικόνα τους για την επιτυχία και την προσωπική τους πορεία. Επομένως, η οικονομική παιδεία μπορεί να ξεκινά από απλά αλλά ουσιαστικά ερωτήματα: τι σημαίνει ανάγκη και τι επιθυμία; πώς λαμβάνουμε υπεύθυνες αποφάσεις; πώς επηρεάζουν οι επιλογές μας τον εαυτό μας και τους άλλους; πώς συνδέεται η εργασία με την αξιοπρέπεια και την κοινωνική συμμετοχή;
Από αυτή την αφετηρία προκύπτει η ανάγκη να επανεξετάσουμε τον ρόλο της οικονομικής παιδείας. Οι νέοι άνθρωποι μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον όπου καλούνται να ερμηνεύσουν φαινόμενα που συχνά δεν έχουν διδαχθεί να κατανοούν: ακρίβεια, πληθωρισμό, ψηφιακές συναλλαγές, τεχνητή νοημοσύνη, επαγγελματική αβεβαιότητα, γεωπολιτικές εντάσεις και μεταβολές στην αγορά εργασίας. Δεν πρόκειται για έννοιες μακρινές· πρόκειται για πραγματικότητες που επηρεάζουν άμεσα τις επιλογές, τις ευκαιρίες και τις προοπτικές τους.
Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο σαφής όταν εξετάζεται μέσα στο κυπριακό κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο. Η κυπριακή κοινωνία, ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία, βρέθηκε αντιμέτωπη με διαδοχικές κρίσεις και μετασχηματισμούς: τη χρηματοπιστωτική κρίση, τη μεταμνημονιακή περίοδο, τις επιπτώσεις της πανδημίας, τον πληθωρισμό, την ενεργειακή αστάθεια και τον ψηφιακό μετασχηματισμό. Τα δεδομένα αυτά καθιστούν σαφές ότι η οικονομία δεν αποτελεί απομακρυσμένο επιστημονικό πεδίο, αλλά ζωντανή διάσταση της καθημερινότητας. Επηρεάζει το οικογενειακό εισόδημα, την κατανάλωση, την εργασία, την πρόσβαση σε ευκαιρίες, την κοινωνική κινητικότητα και την αίσθηση ασφάλειας των πολιτών.
Η αναγκαιότητα της οικονομικής παιδείας επιβεβαιώνεται και από τη σύγχρονη ερευνητική βιβλιογραφία. Οι Lusardi και Mitchell (2014) ανέδειξαν τη σημασία του χρηματοοικονομικού γραμματισμού για την οικονομική ευημερία και τη λήψη αποφάσεων, ενώ η Frisancho (2023), σε μελέτη για σχολική χρηματοοικονομική εκπαίδευση, έδειξε ότι η συστηματική παρέμβαση μπορεί να βελτιώσει τις γνώσεις των μαθητών και να έχει επιδράσεις στη χρηματοοικονομική συμπεριφορά τους. Αντίστοιχα, τα αποτελέσματα του PISA 2022 για τον χρηματοοικονομικό γραμματισμό των δεκαπεντάχρονων μαθητών καταδεικνύουν ότι η κατανόηση οικονομικών ζητημάτων συνδέεται με τις μαθησιακές εμπειρίες, το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο και τις ευκαιρίες επαφής των μαθητών με οικονομικές έννοιες (OECD, 2024).
Στο κυπριακό εκπαιδευτικό πλαίσιο, η συζήτηση μπορεί να συνδεθεί και με τη βιβλιογραφία για τη σχολική αποτελεσματικότητα και ηγεσία. Οι Kythreotis, Pashiardis και Kyriakides (2010), σε εμπειρική έρευνα σε κυπριακά δημοτικά σχολεία, ανέδειξαν ότι η σχολική ηγεσία, η κουλτούρα και το ευρύτερο μαθησιακό περιβάλλον συνδέονται με την επίδοση των μαθητών. Το εύρημα αυτό ενισχύει την άποψη ότι η ποιότητα της παιδείας δεν εξαντλείται στο αναλυτικό πρόγραμμα, αλλά διαμορφώνεται μέσα από το σύνολο των παιδαγωγικών, κοινωνικών και οργανωσιακών συνθηκών που στηρίζουν τη μάθηση.
Η οικονομική παιδεία, επομένως, δεν εμφανίζεται ως απομονωμένη διδακτική πρόταση, αλλά ως φυσική συνέχεια ενός ευρύτερου προβληματισμού για τον σκοπό της παιδείας. Δεν μπορεί να θεωρηθεί στενή τεχνοκρατική γνώση ή διεκδίκηση ενός γνωστικού αντικειμένου έναντι κάποιου άλλου. Αποτελεί γραμματισμό ζωής, καθώς συνδέεται με την κατανόηση της εργασίας, της παραγωγικότητας, της καινοτομίας, της επιχειρηματικότητας, της βιωσιμότητας, της κοινωνικής ευθύνης και των συνεπειών που έχουν οι ατομικές και συλλογικές αποφάσεις.
Παράλληλα, η σύνδεση της οικονομικής παιδείας με την κοινωνική δικαιοσύνη αναδεικνύει ότι το ζήτημα δεν είναι μόνο γνωστικό, αλλά και βαθιά αξιακό. Η πρόσβαση στην οικονομική γνώση δεν πρέπει να αποτελεί προνόμιο των λίγων. Όταν η κατανόηση της οικονομικής πραγματικότητας εξαρτάται αποκλειστικά από το μορφωτικό, κοινωνικό ή οικονομικό κεφάλαιο της οικογένειας, τότε αναπαράγονται υφιστάμενες ανισότητες αντί να δημιουργούνται ίσες ευκαιρίες. Η σχετική βιβλιογραφία για τις δυνατότητες και την κοινωνική δικαιοσύνη στην εκπαίδευση ενισχύει την ανάγκη να δίνεται έμφαση όχι μόνο στην πρόσβαση, αλλά και στην ουσιαστική δυνατότητα αξιοποίησης της γνώσης (Talbot, 2025; Tikly & Barrett, 2011).
Η θέση αυτή ενισχύεται και από τη διεθνή βιβλιογραφία για τις εκπαιδευτικές ανισότητες. Οι Hajar και Karakus (2026), εξετάζοντας τη φροντιστηριακή εκπαίδευση σε αγροτικές περιοχές της Συρίας, αναδεικνύουν ότι η πρόσβαση σε πρόσθετη εκπαιδευτική υποστήριξη μπορεί να λειτουργήσει ταυτόχρονα ως στρατηγική επιβίωσης και ως μηχανισμός αναπαραγωγής ανισοτήτων. Παρότι το συγκεκριμένο πλαίσιο διαφέρει από το κυπριακό, το εύρημα είναι χρήσιμο: όταν η πρόσβαση στη γνώση εξαρτάται από ιδιωτικούς ή οικογενειακούς πόρους, η παιδεία δυσκολεύεται να λειτουργήσει ως πραγματικός μηχανισμός ισότητας ευκαιριών.
Υπό αυτή την οπτική, μια παιδεία που επιδιώκει τη συμπερίληψη και την ισότητα οφείλει να διασφαλίζει ότι όλοι οι νέοι, ανεξαρτήτως κοινωνικοοικονομικού υπόβαθρου, διαθέτουν τα εφόδια που απαιτούνται για να κατανοούν τον κόσμο, να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις και να συμμετέχουν ισότιμα στην κοινωνική και οικονομική ζωή.
Ωστόσο, η ευθύνη αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην εκπαίδευση. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η οικογένεια, καθώς οι οικονομικές προκλήσεις που βιώνουν καθημερινά τα νοικοκυριά αποτελούν το πρώτο άτυπο πεδίο οικονομικής διαπαιδαγώγησης του παιδιού. Παράλληλα, η διαμόρφωση των νέων επηρεάζεται από ένα ευρύτερο πλέγμα παραγόντων: τις κοινωνικές σχέσεις, τα πρότυπα που προβάλλονται, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τις κυρίαρχες κοινωνικές αξίες και τις εμπειρίες της καθημερινότητας.
Η παιδεία, επομένως, αποτελεί κοινή ευθύνη. Αφορά την οικογένεια, το εκπαιδευτικό σύστημα, την κοινωνία, αλλά και τον ίδιο τον νέο άνθρωπο. Όσα εφόδια και αν προσφέρει η εκπαίδευση, η οικογένεια ή η κοινωνία, η ουσιαστική μάθηση προϋποθέτει και την ενεργή στάση του ίδιου του νέου. Η γνώση αποκτά πραγματική αξία όταν δεν παραμένει εξωτερική υποχρέωση, αλλά μετατρέπεται σε προσωπική αναζήτηση, σε εσωτερικό κίνητρο και σε δύναμη αυτοδιαμόρφωσης.
Σε αυτό το σημείο, η συζήτηση μετατοπίζεται από το «τι διδάσκουμε» στο «πώς διαπαιδαγωγούμε». Οι νέοι χρειάζεται να αντιληφθούν ότι η γνώση της οικονομικής και κοινωνικής πραγματικότητας δεν τους επιβάλλεται ως ακόμη μία σχολική απαίτηση, αλλά τους προσφέρεται ως δυνατότητα αυτονομίας, εξέλιξης και συνειδητής συμμετοχής στη ζωή. Χρειάζεται επίσης να κατανοήσουν ότι το μέλλον δεν θα διαμορφωθεί σε ένα ουτοπικό περιβάλλον απαλλαγμένο από αβεβαιότητες και συγκρούσεις. Η κατανόηση αυτής της πραγματικότητας δεν αποσκοπεί στην καλλιέργεια φόβου, αλλά στην ανάπτυξη ανθεκτικότητας, αυτοπεποίθησης και κριτικής σκέψης.
Υπό αυτή την προοπτική, η πρόταση για οικονομική παιδεία από νεαρότερη ηλικία δεν λειτουργεί ως επιπρόσθετο βάρος στο πρόγραμμα σπουδών, αλλά ως αναγκαία παιδαγωγική απάντηση στις ανάγκες της εποχής. Στο Γυμνάσιο, για παράδειγμα, οι μαθητές μπορούν να προσεγγίζουν έννοιες όπως ο οικογενειακός προϋπολογισμός, οι ανάγκες και οι επιθυμίες, η υπεύθυνη κατανάλωση, η αποταμίευση, η εργασία, η επιχειρηματικότητα, η τεχνολογία, η πράσινη ανάπτυξη και η κοινωνική ευθύνη. Μια τέτοια προσέγγιση δεν έρχεται σε αντιπαράθεση με άλλα γνωστικά αντικείμενα· αντίθετα, τα συμπληρώνει.
Τελικά, το ζητούμενο δεν είναι να προστεθεί απλώς περισσότερη γνώση, αλλά να αποκτήσει η γνώση νόημα, κατεύθυνση και ανθρώπινη αξία. Η παιδεία χρειάζεται προσεγγίσεις που να απαντούν όχι μόνο στο «τι πρέπει να διδάξουμε», αλλά κυρίως στο «γιατί το διδάσκουμε» και «ποιον άνθρωπο επιθυμούμε να διαμορφώσουμε». Τα πτυχία και η οικονομική επιτυχία δεν συγκροτούν από μόνα τους τον άνθρωπο. Όταν αποσυνδέονται από το ήθος, τον σεβασμό και την κοινωνική ευθύνη, κινδυνεύουν να χάσουν το ουσιαστικό τους νόημα.
Ωστόσο, η σύγχρονη κοινωνία συχνά καλεί τους νέους να αποδείξουν την αξία τους μέσα από βαθμούς, πιστοποιήσεις, πτυχία και βιογραφικά. Αν και όλα αυτά έχουν τη σημασία τους, δεν μπορούν να αποτελούν το μοναδικό μέτρο αξιολόγησης του ανθρώπου. Όπως υπενθυμίζει ποιητικά ο Ανδρέας Εμπειρίκος, η ζωή δεν μπορεί να περιοριστεί σε έναν αδιάκοπο μηχανισμό επίδοσης. Η παιδεία καλείται να προετοιμάζει ανθρώπους που δεν θα κυνηγούν μόνο την επιτυχία, αλλά θα μπορούν να νοηματοδοτούν τη ζωή τους, να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες με ανθεκτικότητα και να συμμετέχουν δημιουργικά στην κοινωνία.
Η διδασκαλία, πέρα από κάθε ειδικότητα και γνωστικό αντικείμενο, παραμένει πρωτίστως πράξη διαπαιδαγώγησης προς το παιδί που έχουμε απέναντί μας. Δεν υπηρετεί μόνο την ύλη, την αξιολόγηση ή την επίδοση· υπηρετεί τον άνθρωπο που διαμορφώνεται μέσα από τη μαθησιακή εμπειρία. Ίσως αυτό να είναι και το ουσιαστικότερο σημείο του εκπαιδευτικού μας ρόλου: να θυμόμαστε γιατί επιλέξαμε αυτό το επάγγελμα. Όχι μόνο για να μεταδίδουμε γνώσεις, αλλά για να συμβάλλουμε στη διαμόρφωση ανθρώπων με κρίση, ήθος, ευθύνη και δυνατότητα να σταθούν με αξιοπρέπεια στη ζωή.
Η μεγαλύτερη πρόκληση της παιδείας δεν είναι να προβλέψει το μέλλον. Είναι να προετοιμάσει ανθρώπους ικανούς να το αντιμετωπίσουν. Άλλωστε, οι κοινωνίες δεν διαμορφώνονται μόνο από τις συνθήκες που κληροδοτούνται στις νέες γενιές, αλλά και από τα εφόδια που τους παρέχονται για να τις μετασχηματίσουν. Η πραγματική επιτυχία της παιδείας δεν θα κριθεί από το πόσα γνωρίζουν οι νέοι όταν αποφοιτούν, αλλά από το κατά πόσο μπορούν να κατανοούν τον κόσμο, να δρουν υπεύθυνα μέσα σε αυτόν και να συμβάλλουν στη διαμόρφωσή του. Γιατί το μέλλον δεν είναι κάτι που απλώς θα συναντήσουν· είναι κάτι που θα κληθούν να συνδημιουργήσουν.
Λέξεις-κλειδιά: οικονομική παιδεία, κοινωνική δικαιοσύνη, κριτική σκέψη, δεξιότητες ζωής, ενεργός πολιτειότητα, βιωματική μάθηση
*Εκπαιδευτικός Μέσης Γενικής Οικονομικών
Ερευνήτρια Εκπαιδευτικής Ηγεσίας και Διοίκησης

