- ΟΕΛΜΕΚ
- 04 Ιουλ 2026 - 13:40
Η εργασιακή ομηρία των εκπαιδευτικών υπονομεύει τη δημόσια παιδεία
ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ*
Η συζήτηση γύρω από το νέο σύστημα διορισμών εκπαιδευτικών δεν αφορά μόνο μια τεχνική αλλαγή στη νομοθεσία. Αφορά ανθρώπους. Αφορά εκατοντάδες εκπαιδευτικούς που καλούνται να πάρουν αποφάσεις ζωής και οικογένειες που αδυνατούν να προγραμματίσουν το μέλλον τους, επειδή το ίδιο το κράτος αρνείται να ξεκαθαρίσει τους κανόνες που θα ισχύσουν.
Δυστυχώς, δεν είναι η πρώτη φορά που το ΥΠΑΝ επιλέγει να διαχειριστεί ένα τόσο σοβαρό ζήτημα με τρόπο που δημιουργεί πίεση προς τη Βουλή, αντί να προλαμβάνει τα προβλήματα. Το ίδιο μοτίβο είδαμε και στην περίπτωση του νέου συστήματος αξιολόγησης των εκπαιδευτικών. Ένα νομοσχέδιο που παρέμενε για χρόνια στα συρτάρια παρουσιάστηκε ξαφνικά ως κατεπείγον, συνοδευόμενο από προειδοποιήσεις ότι, εάν δεν εγκρινόταν άμεσα, η χώρα κινδύνευε να χάσει σημαντικά ευρωπαϊκά κονδύλια.
Σήμερα φαίνεται να επαναλαμβάνεται η ίδια πρακτική.
Το νέο σύστημα διορισμών εφαρμόζεται από το 2017. Από τα πρώτα χρόνια εφαρμογής του είχαν εντοπιστεί σοβαρές στρεβλώσεις και δυσλειτουργίες, για τις οποίες τόσο οι εκπαιδευτικές οργανώσεις όσο και οι ίδιοι οι επηρεαζόμενοι εκπαιδευτικοί είχαν κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου. Ωστόσο, αντί να υπάρξει έγκαιρος σχεδιασμός και ουσιαστική αντιμετώπιση, τα προβλήματα αφέθηκαν να διογκώνονται.
Η σημερινή Υπουργός Παιδείας βρίσκεται στο τιμόνι του Υπουργείου εδώ τριάμισι χρόνια και γνώριζε το ζήτημα πολύ πριν αναλάβει τα καθήκοντά της. Εδώ και περίπου δύο χρόνια ακούμε επανειλημμένα δημόσιες δηλώσεις ότι οι διαβουλεύσεις βρίσκονται στο τελικό στάδιο και ότι σύντομα θα παρουσιαστούν οι τελικές αποφάσεις. Κάθε φορά, όμως, το χρονοδιάγραμμα μετατίθεται για λίγους ακόμη μήνες.
Το αποτέλεσμα είναι να πλησιάζουμε επικίνδυνα προς το 2027, όταν θα απαιτηθεί αναγκαστικά τροποποίηση της νομοθεσίας. Αν τότε η Βουλή κληθεί να αποφασίσει υπό την πίεση του χρόνου, με το επιχείρημα ότι διαφορετικά σε ορισμένες ειδικότητες δεν θα υπάρχουν διαθέσιμοι εκπαιδευτικοί για τη στελέχωση των δημόσιων σχολείων, εύλογα θα δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οδηγείται μπροστά σε ένα τετελεσμένο γεγονός, χωρίς ουσιαστικό περιθώριο επιλογών.
Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι αυτό.
Σε λίγες ημέρες το ΥΠΑΝ θα προχωρήσει στην προσφορά συμβάσεων σε εκπαιδευτικούς που προέρχονται από δύο καταλόγους, για τους οποίους η ίδια η πολιτεία δηλώνει ότι προτίθεται να καταργήσει: τον έναν σε σύντομο χρονικό διάστημα και τον άλλο σταδιακά μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Παρ' όλα αυτά, μέχρι σήμερα δεν έχει δοθεί ξεκάθαρη απάντηση στα πιο βασικά ερωτήματα των επηρεαζόμενων εκπαιδευτικών. Τι δικαιώματα θα έχουν όσοι αποδεχθούν φέτος σύμβαση; Πώς θα επηρεαστεί η μελλοντική υπηρεσιακή τους κατάσταση; Ποιες μεταβατικές ρυθμίσεις προτίθεται να εφαρμόσει το ΥΠΑΝ; Θα προστατευθούν όσοι καλούνται σήμερα να λάβουν αποφάσεις χωρίς να γνωρίζουν το θεσμικό πλαίσιο που θα ισχύει σε λίγους μήνες;
Οι άνθρωποι αυτοί δεν ζητούν προνομιακή μεταχείριση. Ζητούν κάτι αυτονόητο: να γνωρίζουν τους κανόνες πριν αποφασίσουν για την επαγγελματική και προσωπική τους πορεία.
Η εργασιακή ασφάλεια δεν είναι πολυτέλεια. Είναι βασική προϋπόθεση για να μπορεί ένας νέος άνθρωπος να προγραμματίσει τη ζωή του, να δημιουργήσει οικογένεια, να αναλάβει οικονομικές υποχρεώσεις και να υπηρετήσει απερίσπαστος το δημόσιο σχολείο.
Όταν το ίδιο το κράτος διατηρεί αυτή την αβεβαιότητα, οι συνέπειες δεν είναι μόνο υπηρεσιακές. Είναι βαθιά κοινωνικές.
Υπάρχει όμως και μια ακόμη, εξίσου σοβαρή διάσταση, που αφορά την ίδια την ποιότητα της δημόσιας εκπαίδευσης.
Αν πραγματικά το ΥΠΑΝ επιθυμεί καλύτερα δημόσια σχολεία, οφείλει πρώτα να δημιουργήσει εκπαιδευτικούς που αισθάνονται ασφάλεια για το επαγγελματικό τους μέλλον. Γιατί ο εκπαιδευτικός που δεν γνωρίζει αν θα εργάζεται και την επόμενη σχολική χρονιά είναι φυσικό να αναλώνει μεγάλο μέρος της ενέργειας και της σκέψης του στην αγωνία της επαγγελματικής του επιβίωσης. Δυσκολεύεται να αφοσιωθεί με την ίδια ένταση στη συνεχή επιμόρφωσή του, στην ανάπτυξη νέων παιδαγωγικών δεξιοτήτων, στην καινοτομία μέσα στην τάξη και στη μακροπρόθεσμη βελτίωση του εκπαιδευτικού του έργου.
Η ανασφάλεια δεν αποτελεί κίνητρο για καλύτερη απόδοση. Αντίθετα, απορροφά πολύτιμη ψυχική ενέργεια, περιορίζει τη δημιουργικότητα και υπονομεύει την επαγγελματική ανάπτυξη. Και όταν εκατοντάδες εκπαιδευτικοί βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση, το τίμημα δεν το πληρώνουν μόνο οι ίδιοι. Το πληρώνει συνολικά η δημόσια παιδεία.
Το ΥΠΑΝ συχνά δηλώνει ότι στο επίκεντρο των πολιτικών του βρίσκονται οι εκπαιδευτικοί. Η καλύτερη απόδειξη αυτής της δέσμευσης δεν είναι οι δημόσιες διακηρύξεις, αλλά οι πράξεις: η έγκαιρη ενημέρωση, η διαφάνεια, ο ουσιαστικός διάλογος και ο σεβασμός απέναντι στους ανθρώπους που κρατούν όρθιο το δημόσιο σχολείο.
Οι εκατοντάδες εκπαιδευτικοί που σήμερα ζουν μέσα στην αβεβαιότητα δεν ζητούν τίποτε περισσότερο.
*Αντιπρόεδρος ΟΕΛΜΕΚ
Οργανωτικός Γραμματέας Προοδευτικής Κίνησης Καθηγητών

