Οι πανεπιστημιακοί και το έργο τους


ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΙΩΑΝΝΗ ΤΑΪΦΑΚΟΥ*  

Είναι εξαιρετικά παρήγορο, ότι, μέσα στο ζοφερό κλίμα της επιδρομής εναντίον αποταμιευτών και  αποταμιεύσεων, ακούστηκαν οι φωνές αγανάκτησης των Εκπαιδευτικών για «μηδενιστικά» –  όπως τα χαρακτηρίζουν – κείμενα του διαδικτύου που πλήττουν (μεταξύ των άλλων) την υπόσταση και απαξιώνουν την εργασία των ακαδημαϊκών. Διαβάζοντας κανείς τέτοιου είδους κείμενα (ή ακούοντας και από τα ΜΜΕ ανάλογες φωνές), δεν μπορεί παρά να λυπάται, γιατί η σκόπιμη ή και, εν πολλοίς, αφελής μετατόπιση στόχου μπορεί να είναι πρόξενος μεγάλης ζημίας σε μία από τις λίγες εναπομείνασες ελπίδες του τόπου:  την Παιδεία.

Οι εκπαιδευτικοί της Δημοτικής και της Μέσης Εκπαίδευσης, καθώς και ορισμένοι, πανεπιστημιακοί πλέον, οι οποίοι έχουν σπουδάσει στα ιδρύματά μας και είναι μαθητές μας, γνωρίζουν πολύ καλά, τόσο τον διδακτικό όσο και τον επιστημονικό/ερευνητικό μόχθο της εργασίας μας. Επί χρόνια αγωνίστηκαν μαζί μας κατά τη διάρκεια των σπουδών τους για την εμπέδωση της καθαυτό επιστημονικής γνώσης και την απόκτηση Παιδείας, είτε για τη λήψη του βασικού πτυχίου τους είτε για την απόκτηση μεταπτυχιακού ή διδακτορικού τίτλου. Πολλοί από αυτούς υπήρξαν και συνεργάτες στην προσωπική μας έρευνα ή δίδαξαν ως Ειδικοί Επιστήμονες υπό την εποπτεία μας. Γνωρίζουν, επομένως, άμεσα τόσο την παραγωγικότητα όσο και τη συμβολή μας στην Επιστήμη και την Εκπαίδευση, όπως, επίσης, γνωρίζουν και ότι οι αμοιβές μας δεν είναι αυτές που παρουσιάζονται, επίτηδες διογκωμένες, από ταπεινά ελατήρια λαϊκισμού ή άλλων στόχων.

Αλλά, γνωρίζουν και κάτι άλλο οι φοιτητές μας που οι ψογεροί λαϊκιστές παρουσιάζουν υπό μορφή καρικατούρας:  ότι δηλαδή στην εργασία μας δεν έχει θέση η οίηση, αλλά κυριαρχεί το σωκρατικό «εν οίδα, ότι ουδέν οίδα». Και τούτο, διότι το απέραντο πεδίο κάθε Επιστήμης αποτρέπει τον σοβαρό επιστήμονα από τέτοιου είδους ολισθήματα.  Ελάχιστες εξαιρέσεις, που αποτελούν παραφωνία, τις έχει, νομίζω, καταδικάσει ήδη η κοινή συνείδηση, και ελπίζω να τις καταδικάσουν τελεσιδίκως και οι κομματικοί κύκλοι, προς τους οποίους προσβλέπουν, ώστε να παύσει και αυτή η έκθεση που δεν αφορά, βεβαίως, την ακαδημαϊκή ουσία, αλλά πολιτικές (ή και άλλου τύπου) εικονογραφημένες φιλοδοξίες.

Γνωρίζουν, λοιπόν, οι μαθητές μας την εργασία μας, αλλά, εφόσον οι δημοσιονομικής φύσεως συζητήσεις του τελευταίου καιρού το επιβάλλουν, ας μου επιτραπεί να εκθέσω υπομνηματισμένα τα αυτονόητα και τετριμμένα, που τους όρους τους βρίσκει κανείς και φυλλομετρώντας απλώς τον «Περί Πανεπιστημίου Κύπρου Νόμο» ή τους Κανονισμούς του ιδρύματος. Και των άλλων, βέβαια, πανεπιστημίων της Κύπρου οι Νόμοι και οι Κανονισμοί είναι πανομοιότυποι.      

*****

Η καθαυτό πανεπιστημιακή ιεραρχία αποτελείται από τέσσερις βαθμίδες:  δύο μη μόνιμες που καλύπτονται με τριετή/τετραετή συμβόλαια (δηλ. την εισαγωγική του Λέκτορα και του Επικούρου Καθηγητή) και τις δύο μόνιμες, του Αναπληρωτή Καθηγητή και την καταληκτήρια του Καθηγητή. Για να προσληφθεί και να διέλθει κανείς την ιεραρχία αυτή, κρίνεται από Ειδικές Επιτροπές, οι οποίες περιλαμβάνουν κατά Νόμον και εξωτερικά Μέλη, από δύο τουλάχιστον χώρες του εξωτερικού. Το έργο των Επιτροπών αυτών επικουρείται από τρεις Ανεξάρτητους Κριτές, οι οποίοι αποστέλλουν στην Ειδική Επιτροπή εμπιστευτικές αξιολογικές εκθέσεις. Προέρχονται και αυτοί από πανεπιστήμια του εξωτερικού. Όλα τα εξωτερικά Μέλη και οι Κριτές είναι Τακτικοί ή Ομότιμοι Καθηγητές.

Για την πρόσληψη ή την ανέλιξη μέλους του ακαδημαϊκού προσωπικού αποφασίζει το Εκλεκτορικό Σώμα της οικείας Σχολής με πρόεδρο τον Κοσμήτορα και εφεξής η Σύγκλητος με πρόεδρο τον Πρύτανη. Την απόφαση επικυρώνει, εξετάζοντας την τυπική/νομική πλευρά, το Συμβούλιο του Πανεπιστημίου. Επομένως, ο κάθε ακαδημαϊκός, για κάθε βαθμίδα που επιζητά ή λαμβάνει, υφίσταται τέσσερις διαδοχικές κρίσεις. Αν υποτεθεί ότι εισέρχεται κανείς από την εισαγωγική βαθμίδα, θα υποστεί κατά τη διάρκεια των π. 16-20 ετών μέχρι την ολοκλήρωση της πορείας του, δηλ. τη βαθμίδα του Καθηγητή, 16 – αριθμός δέκα έξι – κρίσεις από συλλογικά πολυπρόσωπα σώματα αυστηρών επιστημονικών αποφάσεων , εκ των οποίων οι βασικές τέσσερις  από διεθνείς Ειδικές Επιτροπές.

Γίνεται αμέσως αντιληπτό, ότι για να διαβεί κανείς, όχι μία, αλλά τέσσερις φορές τον Ρουβίκωνα, πρέπει να είναι ενεργός και δόκιμος επιστήμων, εφόσον χρειάζεται να πληροί τις απαιτήσεις του Νόμου. Τί σημαίνει αυτό:  πρωτότυπα επιστημονικά άρθρα σε διεθνή περιοδικά με κριτική επιτροπή, βιβλία σε εκδοτικούς οίκους του εξωτερικού που γίνονται δεκτά κατόπιν κρίσεως «ανωνύμων» εισηγητών (όλα σε ξένες γλώσσες), διεθνή συνέδρια, διαλέξεις, ερευνητικά προγράμματα, όλα εξαιρετικής ποιότητος. Αλλιώς επικρέμαται συνεχώς ο κίνδυνος της απορρίψεως και, επιπλέον, στις δύο μη μόνιμες βαθμίδες, ο κίνδυνος της μη ανανεώσεως του συμβολαίου και της οριστικής απομακρύνσεως από το Πανεπιστήμιο. Απολύονται. Και είχαμε τέτοιες περιπτώσεις, ιδίως τα τελευταία χρόνια.

Επιπλέον, το μέλος του ακαδημαϊκού προσωπικού πρέπει να διδάσκει δύο τρίωρα μαθήματα ή σεμινάρια προπτυχιακού ή μεταπτυχιακού επιπέδου, να εποπτεύει φροντιστηριακές ή μεταπτυχιακές εργασίες ή διδακτορικά. Επίσης, απαραίτητη είναι και η ενεργός δραστηριότητά του στη διοίκηση του Πανεπιστημίου, διότι το Πανεπιστήμιο διοικείται από τους καθηγητές του. Πρέπει δηλ.  κατ’  ανάγκην ο ακαδημαϊκός να διατελέσει  είτε Πρόεδρος Τμήματος ή Κοσμήτωρ, είτε Πρύτανης ή Αντιπρύτανης, (για τις μόνιμες βαθμίδες,) να μετέχει σε συγκλητικές επιτροπές ή στη Σύγκλητο εκπροσωπώντας τη Σχολή του, να είναι ακαδημαϊκός σύμβουλος, οργανωτής εκδηλώσεων κ.λπ. (για όλες τις βαθμίδες) . Και όλ’ αυτά χωρίς καμία επιπρόσθετη αμοιβή. Όλα περιλαμβάνονται στα καθήκοντά του, και τα απαιτεί ο Νόμος στις ενδιάμεσες κρίσεις ή η συνείδηση στη βαθμίδα του Καθηγητή.

Όποιος γνωρίζει, αντιλαμβάνεται τις ατελείωτες ώρες της επιστημονικής εποπτείας των φοιτητών όλων των πτυχίων, των συνεδριάσεων των οργάνων και της διοικήσεως, όπως επίσης και τον μόχθο συγγραφής άρθρων, βιβλίων, ανακοινώσεων, διαλέξεων που πρέπει να παρουσιαστούν σε διεθνές κοινό και να πληρούν τα υψηλά κριτήρια που απαιτούνται. Και όλ’  αυτά συνεχώς, καθ’ όλη τη θητεία του ακαδημαϊκού στο Πανεπιστήμιο. Ακόμη και τα σαββατοκύριακα, οι διακοπές και οι αργίες αποτελούν πολύτιμο χρόνο που αξιοποιείται. Παρεκτός των προσόντων που πρέπει ήδη να διαθέτει ο μελλοντικός ακαδημαϊκός για την αρχική πρόσληψή του με απαραίτητο, βεβαίως, τον διδακτορικό τίτλο. Οι σπουδές είναι μακροχρόνιες και απαιτούνται, όχι ένας, αλλά συνήθως τρεις τίτλοι, και αυτοί από καλά πανεπιστήμια.

Για τις αμοιβές δεν θα μιλήσω. Όλοι γνωρίζουν ποιές είναι, εφόσον καθορίζονται σαφώς από τις κλίμακες του δημόσιου μισθολογίου. Όπως επίσης γνωρίζουν, ότι στα περισσότερα ερευνητικά προγράμματα δεν προβλέπεται αμοιβή του Υπευθύνου, αλλά μόνον των συνεργατών. Ούτε για την επίβλεψη μεταπτυχιακών τίτλων και διδακτορικών προβλέπεται ιδιαίτερη αμοιβή. Το μόνο που έχει θεσπίσει η πολιτεία είναι το ερευνητικό επίδομα των δύο μόνιμων βαθμίδων (θλιβερά και αυτό ακρωτηριασμένο από το 35% της φορολογίας) για την προσέλκυση αξιόλογων επιστημόνων και για την ενίσχυση της έρευνας εκείνων, οι οποίοι κυρίως σηκώνουν το βάρος της διοικητικής εργασίας του Πανεπιστημίου. Και γι’  αυτό, όμως, ακούσαμε και διαβάσαμε επί εβδομάδες όλα τα απαράδεκτα και λαϊκιστικά εκείνα, και μέσα στη Βουλή ακόμη, μαζί με τις απειλές για κατάργησή του. Ας πάψουν, όμως, να βυσσοδομούν εναντίον εκείνων που εργάζονται κατ’  Επιστήμην και με συνείδηση. Η υπόληψη που απολαμβάνει διεθνώς ο καθένας μας αξίζει πολύ περισσότερο από τα ολίγα που νομίμως και δικαίως έχουν παραχωρηθεί, αλλά που προσφέρονται συνοδευόμενα από τόσες προσβλητικές φράσεις.

*****

 Αυτή είναι η αλήθεια για τους ακαδημαϊκούς του τόπου μας, για την εργασία τους, τη συμβολή και την προσφορά τους. Επειδή, πλην ορισμένων, δεν διατυμπανίζουν την εργασία και τα επιτεύγματά τους, αλλά μοχθούν ανεπιτήδευτα για την πρόοδο και την προκοπή αυτού του κράτους και των πολιτών του, είναι συνεχώς θύματα επιθέσεων λαϊκιστικού τύπου. Όμως, στο Πανεπιστήμιο στηρίζεται η Επιστήμη και η Παιδεία. Η Κύπρος πρέπει να είναι ευτυχής, διότι, μέσα στη δυστυχία που της έχουν προκαλέσει η διεθνής συγκυρία, η απρονοησία και, εν μέρει, η ανοησία ορισμένων, πρέπει να αισθάνεται ευτυχής, διότι διαθέτει πανεπιστημιακά ιδρύματα. Το Πανεπιστήμιο Κύπρου λειτουργεί είκοσι και πλέον χρόνια, και μπορώ να βεβαιώσω ότι έχει άριστο επιστημονικό επιτελείο. Αυστηρές κρίσεις του προσωπικού είμαι βέβαιος ότι εφαρμόζονται και στα άλλα κρατικά ιδρύματα με επιτυχή αποτελέσματα. Και στα ιδιωτικά πανεπιστήμια βλέπω επιμελημένη και άξια λόγου εργασία. Αυτά όλα μου δίνουν το αίσθημα της βεβαιότητος, ότι υπάρχει ακόμη ελπίδα. Και οι δάσκαλοι την ελπίδα δεν την αναζητούν στα κατάστιχα, τα “bail-in” και τα κουρέματα, αλλά στις καρδιές και τη συνείδηση.

Οι είρωνες ή οι κατήγοροι ας συγκρίνουν την παραγωγικότητα ή την κατάθεση πνεύματος και ψυχής στην επιτέλεση της εργασίας μας με τα θλιβερά αποτελέσματα των Ιδρυμάτων του Κέρδους. Και τότε ελπίζω ν’ αντιληφθούν πόσο άσχημα υπονομεύουν ό,τι απέμεινε όρθιο σ’  αυτόν τον τόπο. Ελπίζω, ακόμη, ότι θα παύσουν να υποβλέπουν ολόκληρο το σύστημα της Εκπαίδευσης. Όχι μόνον διότι δεν είναι όλοι όμοιοι – οι προσβολές τους είναι το λιγότερο κακό –, αλλά διότι με τέτοιες ισοπεδωτικές και απαξιωτικές προχειρολογίες θέτουν σε κίνδυνο τα θεμέλια της ίδιας τους της ύπαρξης, ως κράτους και ως λαού. Διότι η Εκπαίδευση και η παρεχόμενη Παιδεία είναι τα μόνα που μπορούν να τους σώσουν από τους Σάυλοκ και τους βεζύρηδες που είναι η πραγματική ορατή απειλή. Παιδεία, λοιπόν. Και όσοι δεν την διαθέτουν για συγχωρητούς λόγους, ας δείξουν, τουλάχιστον, ωριμότητα. Κάτι είναι κι αυτό.

 * Ο Καθηγητής Ιωάννης Ταϊφάκος  (ΒΑ Αθήνα, MA Ρώμη, PhD Λονδίνο) είναι Πρόεδρος του Τμήματος Κλασικών Σπουδών και Φιλοσοφίας, τ. Κοσμήτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κύπρου.




Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.




Newsletter










148