- ΠΟΕΔ
- 06 Ιουν 2026 - 10:18
Σύστημα Διορισμών: Κλίμα αβεβαιότητας, ασφυκτικών χρονικών περιθωρίων και διαιώνιση των στρεβλώσεων
TΩΝ ΜΙΧΑΛΗ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ* ΚΑΙ ΕΛΠΙΝΙΚΗΣ ΜΑΝΩΛΗ**
Πραγματοποιήθηκε πρόσφατα η πολυαναμενόμενη συνάντηση ανάμεσα στην ηγεσία της ΠΟΕΔ και το Υπουργείο Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας (ΥΠΑΝ), με αποκλειστικό αντικείμενο συζήτησης το σύστημα διορισμών στην εκπαίδευση. Η συζήτηση αυτή ανοίγει σε μια κρίσια καμπή. Έντεκα χρόνια μετά την ψήφιση του νέου Σχεδίου Διορισμών από τη Βουλή, η δεκαετής μεταβατική περίοδος που δόθηκε πριν από την οριστική κατάργηση του καταλόγου διοριστέων φτάνει στο τέλος της, αναδεικνύοντας με έντονο τρόπο τις στρεβλώσεις που είχαν επισημανθεί από την πρώτη στιγμή.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, το ΥΠΑΝ παρουσίασε ορισμένα πιθανά σενάρια που προτίθεται να θέσει στο τραπέζι του διαλόγου, με απώτερο στόχο τη διαμόρφωση μιας τελικής πρότασης, η οποία προγραμματίζεται να κατατεθεί στη Βουλή των Αντιπροσώπων τον προσεχή Σεπτέμβριο. Σύμφωνα με την ενημέρωση, οι προσανατολισμοί του Υπουργείου κινούνται σε δύο βασικούς άξονες: αφενός τη διαφοροποίηση της μορφής και της διαδικασίας διεξαγωγής της γραπτής εξέτασης και αφετέρου τον επανακαθορισμό του τρόπου με τον οποίο θα γίνονται οι διορισμοί, καθώς και του ποιοι εκπαιδευτικοί θα έχουν το δικαίωμα να διεκδικήσουν διορισμό με σύμβαση ή μόνιμη θέση στο μέλλον.
Η συζήτηση επικεντρώθηκε αναπόφευκτα στο μέλλον των χιλιάδων εκπαιδευτικών που στελεχώνουν τα σχολεία υπό διάφορα εργασιακά καθεστώτα, με το τοπίο να παραμένει σε μεγάλο βαθμό θολό. Από την πλευρά του, το ΥΠΑΝ επανέλαβε τη θέση ότι οι συνάδελφοι αορίστου χρόνου θα συνεχίσουν κανονικά να διορίζονται και μετά το ορόσημο του 2027, χωρίς ωστόσο αυτό να τους διασφαλίζει μόνιμο διορισμό. Παράλληλα, το Υπουργείο φαίνεται να προσανατολίζεται στο να δώσει προτεραιότητα σε όσους θα εργάζονται με σύμβαση πλήρους απασχόλησης κατά τη σχολική χρονιά 2027-2028, με τους διορισμούς αυτούς να γίνονται με βάση το υφιστάμενο σύστημα, ώστε οι συγκεκριμένοι εκπαιδευτικοί να διατηρήσουν το συμβασιακό τους καθεστώς και σταδιακά να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου.
Ωστόσο, για τη μεγάλη κατηγορία των αντικαταστατών και των εκπαιδευτικών στα ολοήμερα, παραμένει ένα τεράστιο, αναπάντητο ερωτηματικό για το τι μέλλει γενέσθαι, γεγονός που εντείνει την εργασιακή τους ανασφάλεια. Παρόμοια αβεβαιότητα καταγράφεται και σε αριθμό συμβασιούχων που ενδεχομένως να μην διοριστούν το καλοκαίρι του 2027 ενώ προηγουμένως ήταν διορισμένοι, ή θα είναι κοντά στον διορισμό αλλά θα μείνουν εκτός. Ερωτηματικό δε παραμένει το πώς θα καλύπτονται οι τεράστιες ανάγκες για τη στελέχωση των σχολείων, ειδικά στο κομμάτι των αντικαταστάσεων όπου ήδη τα πράγματα είναι τραγικά. Την ίδια στιγμή, η ίδια η πραγματικότητα εκθέτει το σύστημα, αφού στη Δημοτική Εκπαίδευση ο κατάλογος διορισίμων ήδη εξαντλείται, δημιουργώντας εύλογες ανησυχίες για την επαρκή στελέχωση των σχολείων τα επόμενα χρόνια.
Πίσω από αυτούς τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς κρύβεται η φιλοσοφία ενός συστήματος που επιβλήθηκε το 2015 και από το οποίο η Επίσημη Πλευρά δεν φαίνεται να θέλει να απαγκιστρωθεί. Διαπιστώνεται πως οι άτυποι προς το παρόν σχεδιασμοί του ΥΠΑΝ ουσιαστικά οδηγούν σε μια μετεξέλιξη του συστήματος διορισίμων που θα παράγει εσαεί εκπαιδευτικούς αορίστου χρόνου, οι οποίοι θα παραμένουν μετέωροι. Η ηγεσία του Υπουργείου δείχνει να θεωρεί ότι η γραπτή εξέταση ήρθε για να μείνει, παρά το γεγονός ότι δεν προκύπτει από πουθενά πως το συγκεκριμένο εργαλείο μπορεί πράγματι να εντοπίσει με ασφάλεια τους ικανούς εκπαιδευτικούς.
Την ίδια στιγμή, το κύρος της όλης διαδικασίας παραμένει τρωτό στη συνείδηση των εκπαιδευτικών αλλά και της κοινωνίας. Η δεδομένη διαρροή θεμάτων το 2017, σε συνδυασμό με τις σκιές για ενδεχόμενη εμπλοκή λειτουργών του ΥΠΑΝ και συμβούλων μαθημάτων με σκοπό το βόλεμα ημετέρων, εντείνουν τη δικαιολογημένη δυσπιστία. Επιπλέον, έντονο προβληματισμό προκαλεί η τάση του Υπουργείου να μην αντιμετωπίζει ως πρόβλημα τη διεξαγωγή εξετάσεων για όλους ανά τριετία, αφού η δημιουργία ενός νέου καταλόγου κάθε τρία χρόνια το μόνο που καταφέρνει είναι να διαιωνίζει την αβεβαιότητα και να οδηγεί στον περαιτέρω ευτελισμό του επαγγέλματος.
Το παράδοξο είναι ότι οι αρμόδιοι φαίνεται να αναγνωρίζουν πως οι περισσότερες από τις λύσεις που εξετάστηκαν δημιουργούν νέες αδικίες, αφού κάθε πρόταση ευνοεί μια ομάδα εκπαιδευτικών και ταυτόχρονα αδικεί μια άλλη. Παρ’ όλα αυτά, η συζήτηση εξακολουθεί να περιστρέφεται γύρω από την αυστηρή εφαρμογή του υφιστάμενου νόμου, χωρίς να τίθεται ουσιαστικά στο τραπέζι το ενδεχόμενο αναθεώρησής του. Η στάση αυτή γεννά εύλογα ερωτήματα: Ποιος είναι ο σκοπός ενός νόμου; Να εφαρμόζεται ανεξάρτητα από τις συνέπειες ή να εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και τη δικαιοσύνη; Ξεκάθαρα, από τη στιγμή που αποδείχθηκε πως το σύστημα δεν λειτουργεί όπως είχε σχεδιαστεί, η πολιτική ευθύνη επιβάλλει επανεξέταση και διορθωτικές κινήσεις. Η επιμονή στην εφαρμογή ενός πλαισίου που παράγει προβλήματα δεν συνιστά μεταρρύθμιση. Συνιστά άρνηση προσαρμογής στα δεδομένα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στο παρόν στάδιο το Υπουργείο δεν κατέθεσε καμία επίσημη γραπτή πρόταση ή συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο, με τη συνάντηση να αναλώνεται σε μια προκαταρκτική ανταλλαγή απόψεων και έκφραση προβληματισμών. Σε γενικές γραμμές, οι ασάφειες παραμένουν, τα κρίσιμα ερωτήματα στερούνται απαντήσεων και δεν διαφαίνεται καμία ρεαλιστική προοπτική για ουσιαστική επίλυση των υφιστάμενων στρεβλώσεων. Τονίζεται, επίσης, πως η όποια πρόταση θα πρέπει πρώτα να εξεταστεί και από τη Νομική Υπηρεσία. Με βάση αυτά τα δεδομένα, οποιαδήποτε βιαστική λύση ή νέες «αλχημείες» εγκυμονούν τεράστιους κινδύνους για τη δημιουργία νέων αδικιών και την περαιτέρω θυματοποίηση των συναδέλφων.
Υπό το πρίσμα αυτό, η μοναδική ορθολογική, ισορροπημένη και δίκαιη λύση, που δεν θα περιπλέξει ακόμη περισσότερο την κατάσταση, είναι η διατήρηση και των δύο καταλόγων, με κατανομή των διορισμών σε ποσοστό 50% από τον κατάλογο διοριστέων και 50% από τον κατάλογο διορισίμων, με παράλληλη όμως επίλυση των στρεβλώσεων του συστήματος διορισίμων. Μια τέτοια προσέγγιση θα επέτρεπε αφενός την αξιοποίηση του θεσμού των εξετάσεων και αφετέρου την αναγνώριση της πολυετούς αναμονής, της προϋπηρεσίας και της εμπειρίας των εκπαιδευτικών που υπηρετούν επί χρόνια το δημόσιο σχολείο.
Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα κρίσιμο ζήτημα που επηρεάζει τη ζωή και το εργασιακό μέλλον χιλιάδων εκπαιδευτικών, οι οποίοι δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως απλοί αριθμοί σε έναν πίνακα. Η κατάσταση πρέπει να προσεγγιστεί με τη δέουσα σοβαρότητα και ευαισθησία, με αδιαπραγμάτευτο στόχο τη μη θυματοποίηση κανενός συναδέλφου. Είναι η ώρα για μια ειλικρινή παραδοχή των αδυναμιών του συστήματος και για μια πραγματική διέξοδο που θα διασφαλίζει τόσο τη λειτουργικότητα των σχολείων όσο και την ίση μεταχείριση. Επιτέλους, πρέπει να μπει ένα οριστικό και άμεσο τέλος στην εργασιακή ομηρία και αβεβαιότητα που βιώνουν οι μάχιμοι εκπαιδευτικοί.
Προς αυτή την κατεύθυνση, είναι ιδιαίτερα χρήσιμο να τοποθετηθούν ξεκάθαρα και τα κοινοβουλευτικά κόμματα, καθώς πολύ βολικά εδώ και καιρό κρύβονται πίσω από τις ομολογουμένως ασήκωτες ευθύνες της Κυβέρνησης, χωρίς να ξεχνιέται βέβαια η εγκληματική κωλυσιεργία και της προηγούμενης προεδρίας.
*Γενικός Γραμματέας Α.Κί.ΔΑ., Βοηθός Γενικός Γραμματέας ΠΟΕΔ
*Πρόεδρος Α.Κί.ΔΑ., Πρόεδρος ΠΟΕΔ Λάρνακας

