- ΟΕΛΜΕΚ
- 25 Μαι 2026 - 10:38
Όταν η εφηβεία συναντά το αδιέξοδο
Σκέψεις με αφορμή την τραγωδία των δύο 17χρονων κοριτσιών στην Ηλιούπολη
ΤΗΣ ΜΑΡΙΝΑΣ ΜΑΡΘΑΡΗ*
Η τραγωδία στην Ηλιούπολη επανέφερε με δραματικό τρόπο στο δημόσιο πεδίο ένα ζήτημα που τα τελευταία χρόνια αποκτά ολοένα εντονότερες διαστάσεις: τη ραγδαία επιβάρυνση της ψυχικής υγείας των εφήβων μέσα σε κοινωνικά περιβάλλοντα υψηλής πίεσης, συναισθηματικής απορρύθμισης και υπαρξιακής αβεβαιότητας. Τα λόγια της 17χρονης μαθήτριας στο σημείωμα που δημοσιοποιήθηκε δεν συνιστούν απλώς προσωπική εξομολόγηση απόγνωσης· συγκροτούν ένα εξαιρετικά πυκνό ψυχοκοινωνικό τεκμήριο, μέσα από το οποίο αποτυπώνονται μηχανισμοί ψυχικής εξουθένωσης που χαρακτηρίζουν σημαντικό μέρος της σύγχρονης νεότητας.
Η αναφορά σε χρόνια καταθλιπτική επιβάρυνση, σε απώλεια ενδιαφέροντος για τη ζωή, σε φόβο αποτυχίας και σε αίσθηση προδιαγεγραμμένης κοινωνικής ματαίωσης παραπέμπει σε ψυχική κατάσταση που προσεγγίζει αυτό που η ψυχοπαθολογία περιγράφει ως γνωστική στενότητα προοπτικής. Πρόκειται για κατάσταση κατά την οποία το άτομο αδυνατεί να επεξεργαστεί εναλλακτικά σενάρια ζωής ή να φανταστεί ουσιαστική μεταβολή των συνθηκών του. Το μέλλον παύει να βιώνεται ως πεδίο δυνατοτήτων και αποκτά χαρακτήρα κλειστού συστήματος, μέσα στο οποίο κυριαρχούν η απαισιοδοξία, η βιωματική αίσθηση ματαιότητας και η ψυχική κόπωση.
Η εφηβική ηλικία αποτελεί από τη φύση της περίοδο αυξημένης ψυχοσυναισθηματικής ευαλωτότητας. Οι νευροβιολογικοί μηχανισμοί που σχετίζονται με τη συναισθηματική ρύθμιση και τον έλεγχο παρορμήσεων βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη, ενώ παράλληλα διαμορφώνονται βασικοί πυλώνες ταυτότητας, αυτοεικόνας και κοινωνικής ένταξης. Μέσα σε αυτό το αναπτυξιακό στάδιο, η κοινωνική απόρριψη, η αίσθηση αποτυχίας ή η διαρκής πίεση αξιολόγησης αποκτούν πολλαπλασιαστική ψυχική ισχύ.
Ιδιαίτερα στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, οι Πανελλήνιες εξετάσεις λειτουργούν διαχρονικά ως μηχανισμός υψηλού συμβολικού φορτίου. Η εκπαιδευτική διαδικασία συνδέεται στενά με την κοινωνική κινητικότητα, την οικογενειακή προσδοκία και την επαγγελματική κατοχύρωση. Ως αποτέλεσμα, η σχολική επίδοση μετατρέπεται συχνά σε βασικό κριτήριο αυτοαξίας. Μέσα σε τέτοιο πλαίσιο, η πιθανότητα αποτυχίας βιώνεται από αρκετούς εφήβους όχι ως προσωρινή δυσκολία αλλά ως υπαρξιακή απονομιμοποίηση.
Το στοιχείο αυτό καθίσταται ιδιαίτερα εμφανές στη φράση της 17χρονης σχετικά με το ενδεχόμενο επαγγελματικής πορείας χωρίς οικονομική προοπτική — «δουλειά που δεν θα δίνει λεφτά», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά. Πίσω από τη διατύπωση διακρίνεται εσωτερίκευση ενός γενικευμένου κοινωνικού άγχους που χαρακτηρίζει τις νεότερες γενιές. Επισφαλείς μορφές εργασίας, οικονομική αβεβαιότητα, συρρίκνωση κοινωνικών προσδοκιών και διαρκής ανταγωνιστικότητα συγκροτούν περιβάλλον μέσα στο οποίο το μέλλον βιώνεται περισσότερο ως πηγή ανασφάλειας παρά ως ορίζοντας δημιουργίας.
Παράλληλα, η ψηφιακή συνθήκη της σύγχρονης ζωής επιδρά καταλυτικά στη διαμόρφωση της εφηβικής ψυχικής εμπειρίας. Τα κοινωνικά δίκτυα παράγουν καθεστώς συνεχούς έκθεσης και σύγκρισης, όπου η κοινωνική αποδοχή μετριέται μέσω ορατότητας, επιβεβαίωσης και διαρκούς αυτοπαρουσίασης. Η ψυχοκοινωνική βιβλιογραφία έχει ήδη αναδείξει τη συσχέτιση ανάμεσα στην υπερβολική ψηφιακή έκθεση, στη μείωση αυτοεκτίμησης, στην ενίσχυση καταθλιπτικών συμπτωμάτων και στην αίσθηση κοινωνικής απομόνωσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η μοναξιά συχνά αποκτά εντονότερη μορφή ακριβώς επειδή συγκαλύπτεται από επιφανειακή ψηφιακή συνδεσιμότητα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η κοινή αυτοκτονική πράξη των δύο ανήλικων κοριτσιών. Από ψυχοκοινωνική σκοπιά, τέτοια φαινόμενα συνδέονται με διαδικασίες αμοιβαίας ενίσχυσης της απελπισίας και συγκρότησης δυαδικού ψυχικού κλειστού συστήματος. Ο ισχυρός συναισθηματικός δεσμός ενδέχεται σε ορισμένες περιπτώσεις να λειτουργήσει όχι προστατευτικά αλλά επιβεβαιωτικά απέναντι σε αυτοκαταστροφικές γνωστικές διεργασίες. Η παρουσία του άλλου προσώπου μειώνει τον φόβο, ενισχύει την αίσθηση κοινής κατανόησης και προσδίδει στην πράξη χαρακτηριστικά συλλογικής διαφυγής από την πραγματικότητα που βιώνεται ως ψυχικά αδιέξοδη.
Εξίσου κρίσιμο παραμένει το ζήτημα της αορατότητας του εφηβικού ψυχικού πόνου. Μεγάλο ποσοστό νέων ανθρώπων εξακολουθεί να εμφανίζει λειτουργική καθημερινότητα σε σχολικό, οικογενειακό ή κοινωνικό επίπεδο, ενώ εσωτερικά βιώνει σοβαρή συναισθηματική αποδιοργάνωση. Η εφηβική κατάθλιψη εκδηλώνεται συχνά με τρόπους διαφορετικούς από τα στερεοτυπικά πρότυπα που αναγνωρίζουν οι ενήλικες. Ευερεθιστότητα, συναισθηματική απόσυρση, χρόνια κόπωση, απώλεια νοήματος και αίσθηση κενού αποτελούν ενδείξεις που συχνά υποτιμώνται ή αποδίδονται απλουστευτικά σε «φάση της ηλικίας».
Η υπόθεση της Ηλιούπολης επαναφέρει, συνεπώς, με επώδυνη ένταση το αίτημα ουσιαστικής επανατοποθέτησης της ψυχικής υγείας στον πυρήνα της εκπαιδευτικής και κοινωνικής πολιτικής. Η παρουσία εξειδικευμένων ψυχολόγων στις σχολικές μονάδες, η συστηματική εκπαίδευση εκπαιδευτικών και γονέων στην αναγνώριση προειδοποιητικών ενδείξεων, η αποστιγματοποίηση της ψυχοθεραπευτικής παρέμβασης και η δημιουργία σταθερών δομών ψυχοκοινωνικής υποστήριξης συνιστούν αναγκαίες προϋποθέσεις πρόληψης.
Ταυτόχρονα, καθίσταται αναγκαίος και ένας βαθύτερος πολιτισμικός αναστοχασμός γύρω από τον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες κοινωνίες ορίζουν την αξία, την επιτυχία και την ανθρώπινη επάρκεια. Πολιτισμικά πρότυπα που θεμελιώνονται σχεδόν αποκλειστικά στην επίδοση, στην ανταγωνιστικότητα και στη συνεχή παραγωγικότητα παράγουν σταδιακά υποκείμενα εξαντλημένα, με εύθραυστη αυτοεκτίμηση και αυξημένη ψυχική ευαλωτότητα.
Το σημείωμα της 17χρονης συγκλονίζει ακριβώς επειδή υπερβαίνει τα όρια της ατομικής ιστορίας. Μέσα από τις φράσεις που καταθέτει αποτυπώνεται ο ψυχικός τόνος μιας ολόκληρης εποχής: εποχής όπου σημαντικό μέρος της νεότητας μεγαλώνει υπό συνθήκες διαρκούς πίεσης, συναισθηματικής επισφάλειας και υπαρξιακής ανασφάλειας. Και ίσως ακριβώς εκεί να εντοπίζεται το πιο ανησυχητικό στοιχείο της υπόθεσης· στο γεγονός ότι πίσω από πολλές φαινομενικά «κανονικές» εφηβικές καθημερινότητες ενδέχεται να αναπτύσσονται αθέατες μορφές βαθιάς ψυχικής κατάρρευσης, οι οποίες παραμένουν κοινωνικά αδιάγνωστες μέχρι τη στιγμή της τραγωδίας.
Και τότε η κοινωνία έρχεται αντιμέτωπη με την οδυνηρή διαπίστωση ότι ο ψυχικός πόνος των νέων ανθρώπων συχνά γίνεται ορατός μόνο όταν έχει ήδη λάβει μη αναστρέψιμες διαστάσεις. Η τραγωδία της Ηλιούπολης υπενθυμίζει με σκληρό τρόπο πως η ψυχική υγεία της νεότητας δεν αποτελεί περιθωριακό κοινωνικό ζήτημα, αλλά κρίσιμο δείκτη πολιτισμού, συλλογικής ευθύνης και κοινωνικής συνείδησης.
*Φιλόλογος - Συγγραφέας

