Αυτοί που ψάχνουν για μαργαριτάρια

Αυτοί που ψάχνουν για μαργαριτάρια

 (Η γνώση της έρευνας και η έρευνα της γνώσης)

ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΜΙΤΛΕΤΤΟΝ*

«Να αγωνίζεσαι, να ψάχνεις, να βρίσκεις και να μην υποκύπτεις...»
Alfred Tennyson

   Δεν χρειάστηκε να ανατρέξω σε μακρά βιβλιογραφία για να εμβαθύνω ή να βεβαιωθώ για το αυτονόητο, αυτό που μου απέδειξε τελευταίως η ίδια η πράξη. Ότι το να κάνεις έρευνα μαζί με τους μαθητές σου ή, έστω, να τους παρέχεις ερευνητικά εργαλεία και εμπειρίες, είναι μεν ό,τι πιο δύσκολο, αλλά και ό,τι πιο συναρπαστικό, ό,τι πιο πολύτιμα παιδαγωγικό μπορείς να ζήσεις.

   Γιατί πέρα από την καθιερωμένη πια ανάθεση της ερευνητικής εργασίας και την ακόλουθη από την πλευρά τους (συνήθως) άκριτη και άκρατη άντληση πληροφοριών από τη μεγάλη δεξαμενή ή τον αναμεικτήρα του διαδικτύου και του ChatGPT, υπάρχει και εκείνη η μοναδική διαδικασία που βιώνεις όταν κάνεις μαζί τους έρευνα κανονικά, το να ερεθίσεις την περιέργεια, το αυθεντικό ενδιαφέρον, να καθορίσετε τα ερευνητικά ερωτήματα, να συλλέξετε, να αξιολογήσετε, να αναλύσετε πηγές, να συναγάγουν τα δικά τους συμπεράσματα και να συνθέσουν ένα δικό τους κείμενο που να έχει το κύρος, την πρωτοτυπία και το προσωπικό αποτύπωμα του μόχθου και του κέρδους, εν τέλει της γνώσης.

   Του κέρδους όμως εκείνου που δεν μετριέται με όσα έμαθες αναφορικά με τα συγκεκριμένα ερωτήματα που τέθηκαν στην αρχή, αλλά εκείνου που αποκομίζεις από τις παράπλευρες γνώσεις, την εμπειρία της τριβής με τις πηγές, της αλληλεπίδρασης και της σύνδεσης μέσα στην ερευνητική ομάδα. Το κέρδος αυτό είναι αναμφισβήτητα αμφίπλευρο. Και για τους μαθητές μας και για εμάς.

   Όμως, κακά τα ψέματα, η έρευνα είναι απαιτητικό πράγμα. Αυτό που μας πτοεί είναι ότι συχνά, πολύ συχνά, οι ερευνητικές εργασίες προσκρούουν στην αρνητικότητα και την αδράνεια, τη φυγόπονη τυπικότητα του «το κάνω γιατί πρέπει να το κάνω», χωρίς ενθουσιασμό και γνήσια περιέργεια που με ωθεί να αναζητήσω, χωρίς τη λεγόμενη ερευνητική πείνα που σπρώχνει σε μεγάλες ανακαλύψεις. Επιπλέον είναι τα πολλά στάδια από τα οποία πρέπει να διέλθουν οι μαθητές μας σε μια κανονική ερευνητική εργασία, η ανάγκη της εποπτικής καθοδήγησης σε κάθε βήμα, ο πειρασμός της ευκολίας και της σύντομης οδού, ο φόβος του ανεξερεύνητου, αυτού που μπορεί να ανακαλύψουν στην πορεία και που μπορεί να ανατρέψει τις προσδοκίες ή το αναμενόμενο. Η πρόκληση του να μην υπάρχουν προσδοκίες ή αναμενόμενο αλλά να είσαι ανοιχτός στις εκπλήξεις που το ερευνητικό ταξίδι σου επιφυλάσσει.

   Αλλά είναι και η δυσκολία του να τους κρατάς το χέρι και την ίδια ώρα να τους ενδυναμώνεις, ώστε να αυτονομηθεί η σκέψη και ο λόγος τους, να ενθαρρύνεις τις προσπάθειές τους και να τους επιτρέπεις να προχωρήσουν στα βαθιά χωρίς να φοβάσαι ότι θα βυθιστούν. Άλλωστε δεν μπορείς να είσαι πάντα σωσίβιο ή ναυαγοσώστης.

   Συν τοις άλλοις είναι ο χρόνος. Η έρευνα είναι διαδικασία χρονοβόρα, στην οποία δεν μπορούν να εμπλακούν πολλά παιδιά μαζί, έστω και αν υπάρχουν διακριτοί και συγκεκριμένοι ρόλοι (που δεν ωφελεί να έχει κανείς ένα μόνο έργο και ρόλο), δεν μπορεί όμως να εποπτεύσει και να στηρίξει κανείς ούτε την ατομική έρευνα σε πολλούς μαθητές, όταν ο καθένας αναλαμβάνει τη δική του εργασία (μολονότι ίσως να πρέπει σε ένα βαθμό αυτή η διαδικασία να είναι εξατομικευμένη).

   Από την άλλη οι δεξιότητες που παίρνει κανείς από μια τέτοια διαδικασία έχουν να κάνουν με διά βίου εφόδια που οφείλουμε να δώσουμε στις νέες γενιές. Την αυτόβουλη και ανεπηρέαστη αναζήτηση, την κρίση, τη διαμόρφωση σκέψης και άποψης. Γιατί τι άλλο είναι τελικά όλα αυτά από καλλιέργεια της κρίσης και της σκέψης;  Στην εποχή του φαίνεσθαι, που επισκιάζει επικίνδυνα το σκέπτεσθαι, την εποχή της τάχιστης συλλογής, συνδυασμού και παράθεσης πληροφοριών, όπου ο άνθρωπος παραδίδεται δεχόμενος τα ρεκόρ δευτερολέπτων των μηχανών και των λογισμικών, το να μπορείς να σκέφτεσαι και να αρθρώνεις δικά σου συμπεράσματα σε δημιουργικό λόγο παραμένει ανεκτίμητο. Αν μη τι άλλο, σου δίνει την αίσθηση μιας νίκης ή της σθεναρής ακόμα αντίστασης του είδους μας στη ραστώνη του «άσ’ το, τα βρίσκουμε όλα έτοιμα».

   Έχουμε να διανύσουμε πολύ δρόμο ακόμα. Και η πρόκληση γίνεται μεγαλύτερη αν λάβουμε υπ’ όψιν και τον άλλο σκοπό της ενασχόλησης με ερευνητικές εργασίες, που ο Benjamin Barbour έθεσε εύγλωττα στο άρθρο του «Διδάσκοντας τους μαθητές πώς να ερευνούν», το να καταστήσουμε τους νέους χρήστες της βιβλιοθήκης, ικανούς να ασκούν έλεγχο και να βρίσκουν τον δρόμο τους μέσα από τις αναρίθμητες έντυπες αλλά και ψηφιακές πηγές και να αίρονται πάνω από την πληροφορία στην εποχή της καταδυνάστευσης του ανθρώπου από αυτήν.

   Τούτο όχι για να δημιουργήσουμε μια νέα γενιά ερευνητών, αλλά μια νέα γενιά σκεπτόμενων ανθρώπων, ασφαλώς χρησιμότερων στο γενικότερο πλαίσιο με το προφίλ του κοινωνικά πιο ενεργού πολίτη. Χρειάζεται ρίσκο, χρειάζεται χρόνος, χρειάζεται όραμα και επένδυση. Χρειάζεται ακόμα να αγαπάς πολύ αυτές τις μικρές ομάδες μαθητών και την ωραία συνύπαρξή σας σε εργαστήρια γόνιμης αλληλεπίδρασης και δημιουργίας. Χρειάζεται να αγαπάς τη σπίθα στα μάτια τους. Να μπορείς να την αναγνωρίζεις. Προπάντων να πιστεύεις ότι «πρέπει να βουτήξει βαθιά αυτός που ψάχνει για μαργαριτάρια».

 

*Φιλόλογος

Λύκειο Αγίου Νεοφύτου


Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.