- ΠΟΕΔ
- 25 Ιουλ 2026 - 11:49
Εκπαιδευτικοί σε ομηρία: Το αόρατο ανθρώπινο κόστος του 2027
ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ*
Το 2027 δεν αποτελεί απλώς μια τυπική μετάβαση ούτε μόνο την πλήρη εφαρμογή μιας νομοθεσίας που τέθηκε σε ισχύ το 2017. Αποτελεί μια καθοριστική και κρίσιμη χρονιά για χιλιάδες εκπαιδευτικούς που βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε ένα καθεστώς παρατεταμένης εργασιακής αβεβαιότητας, αλλά και έναν σοβαρό και απολύτως ορατό κίνδυνο για τη σταθερότητα, τη συνέχεια και την εύρυθμη λειτουργία του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος.
Τα τελευταία χρόνια, κάθε φορά που το ζήτημα της κατάργησης του καταλόγου διοριστέων επανέρχεται στη δημόσια συζήτηση, το Υπουργείο Παιδείας αναγνωρίζει την ανάγκη νομοθετικής ρύθμισης, καθώς είναι πλέον εμφανές ότι σε αρκετές ειδικότητες οι κατάλογοι διορισίμων δεν διαθέτουν επαρκή και ικανό αριθμό εκπαιδευτικών για να καλύψουν τις διαρκώς αυξανόμενες και πραγματικές ανάγκες των σχολείων. Για τον λόγο αυτό, το μεικτό σύστημα προσλήψεων και διορισμών, με αναλογία 50%-50% μεταξύ των δύο καταλόγων, αποτέλεσε για σχεδόν μία δεκαετία μια δοκιμασμένη, λειτουργική και αξιόπιστη λύση, η οποία διασφάλισε την ομαλή στελέχωση των σχολικών μονάδων και τη συνοχή του εκπαιδευτικού συστήματος.
Παρά τα πιο πάνω δεδομένα, οι πρόσφατες δηλώσεις της Υπουργού Παιδείας, κ. Αθηνάς Μιχαηλίδου, για κατάργηση του καταλόγου διοριστέων δημιουργούν ένα έντονο κλίμα ανασφάλειας και αβεβαιότητας. Μια τέτοια εξέλιξη δεν απειλεί μόνο την αποτελεσματική στελέχωση των σχολείων, αλλά εγκυμονεί τον κίνδυνο να στερήσει από τη δημόσια εκπαίδευση έμπειρους, καταρτισμένους και δοκιμασμένους εκπαιδευτικούς – αορίστου χρόνου, συμβασιούχους και αντικαταστάτες – οι οποίοι επί σειρά ετών καλύπτουν πάγιες και αδιαμφισβήτητες ανάγκες των σχολικών μονάδων.
Πέρα όμως από τις επιπτώσεις στη λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος, υπάρχει μια εξίσου σημαντική διάσταση που συχνά παραγνωρίζεται: το βαρύ ανθρώπινο και κοινωνικό κόστος.
Εκατοντάδες εκπαιδευτικοί έχτισαν τη ζωή τους και τον επαγγελματικό τους προγραμματισμό στηριζόμενοι σε ένα συγκεκριμένο, σταθερό και προβλέψιμο εργασιακό πλαίσιο. Επένδυσαν πολύτιμα χρόνια από τη ζωή τους, αφιέρωσαν αμέτρητες ώρες σε επιμορφώσεις, επαγγελματική ανάπτυξη και προσωπική μελέτη, εργάστηκαν με αυταπάρνηση, επαγγελματισμό και αίσθημα ευθύνης, πολλές φορές κάτω από ιδιαίτερα δύσκολες και απαιτητικές συνθήκες. Σήμερα, βλέπουν την πολύχρονη προσφορά τους να απαξιώνεται και τους ίδιους να αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμο και εύκολα αντικαταστάσιμο προσωπικό, γεγονός που ενισχύει τα αισθήματα ματαίωσης, απογοήτευσης, αβεβαιότητας και βαθιάς αδικίας.
Παράλληλα, η βίαιη και αιφνίδια απομάκρυνση ή ο παραγκωνισμός εκπαιδευτικών με πολυετή διδακτική εμπειρία οδηγεί στην απώλεια πολύτιμης γνώσης, συσσωρευμένης τεχνογνωσίας και παιδαγωγικής εμπειρίας, την οποία το ίδιο το κράτος καλλιέργησε επενδύοντας σημαντικούς οικονομικούς πόρους στην επιμόρφωση και την επαγγελματική τους εξέλιξη.
Είναι βέβαιο ότι η διαρκής και έντονη εργασιακή ανασφάλεια θα επηρεάσει όχι μόνο την ψυχολογία των εκπαιδευτικών αλλά και το σχολικό κλίμα, την ποιότητα της διδασκαλίας και τελικά την ίδια τη μαθησιακή διαδικασία. Παράλληλα, θα λειτουργήσει ως ισχυρό αντικίνητρο για νέους ανθρώπους που επιθυμούν να αφιερωθούν στο λειτούργημα του εκπαιδευτικού, όταν η επαγγελματική τους προοπτική παραμένει εύθραυστη και αβέβαιη.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η πρόταση, όπως αυτή έχει παρουσιαστεί δημόσια στον τύπο, για διεξαγωγή εξετάσεων ανά τριετία και επανακατάταξη των εκπαιδευτικών με βάση τη βαθμολογία και τη μοριοδότησή τους. Ένα τέτοιο σύστημα ενισχύει ένα κλίμα μόνιμης ανασφάλειας, συνεχούς αξιολογικής πίεσης και επαγγελματικής αβεβαιότητας, επηρεάζοντας αναπόφευκτα την ψυχική ισορροπία και την αποδοτικότητα των εκπαιδευτικών μέσα στις σχολικές αίθουσες. Παράλληλα, καλλιεργεί έναν διαρκή και εξαντλητικό ανταγωνισμό μεταξύ συναδέλφων, υπονομεύοντας το πνεύμα συνεργασίας, την αλληλεγγύη και την ομαδικότητα που αποτελούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις για την εύρυθμη λειτουργία μιας σχολικής μονάδας και την ποιοτική παροχή εκπαίδευσης.
Επιπρόσθετα, μια γραπτή εξέταση, όσο αντικειμενικά και αν σχεδιαστεί, δεν μπορεί από μόνη της να αποτυπώσει το σύνολο των παιδαγωγικών ικανοτήτων, της διδακτικής επάρκειας, της καθημερινής αλληλεπίδρασης με τους μαθητές και της ουσιαστικής συμβολής ενός εκπαιδευτικού στη σχολική κοινότητα. Υπάρχουν σημαντικές ποιοτικές διαστάσεις του εκπαιδευτικού έργου, όπως η ενσυναίσθηση, η δημιουργικότητα, η παιδαγωγική ευαισθησία, η ικανότητα διαχείρισης της τάξης και η δημιουργία ενός ασφαλούς μαθησιακού περιβάλλοντος, οι οποίες δεν μπορούν να μετρηθούν αποτελεσματικά μέσα από μια τυπική εξεταστική διαδικασία.
Η Πολιτεία οφείλει να αποφύγει βεβιασμένους και επικίνδυνους πειραματισμούς, οι οποίοι ενδέχεται να δημιουργήσουν περισσότερα προβλήματα από όσα φιλοδοξούν να επιλύσουν. Η μόνη λύση που έχει αποδειχθεί λειτουργική, αποτελεσματική και πλήρως νομικά ασφαλής είναι η παράλληλη διατήρηση των δύο συστημάτων εισδοχής, του καταλόγου διοριστέων και του καταλόγου διορισίμων. Μια λύση που διασφαλίζει τόσο την απρόσκοπτη στελέχωση των σχολείων όσο και την αναγκαία εργασιακή συνέχεια για όσους ήδη υπηρετούν με συνέπεια και επαγγελματισμό τη δημόσια εκπαίδευση.
Κάθε ουσιαστική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση οφείλει να έχει στο επίκεντρό της τον άνθρωπο, τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και την αρχή της δικαιοσύνης. Η ποιοτική αναβάθμιση της παιδείας δεν επιτυγχάνεται με τον αποκλεισμό ανθρώπων που επί χρόνια στηρίζουν το δημόσιο σχολείο, αλλά μέσα από πολιτικές που οικοδομούν σχέσεις εμπιστοσύνης, συνέπειας, αξιοκρατίας και αμοιβαίου σεβασμού μεταξύ της Πολιτείας και των εκπαιδευτικών.
Γιατί, τελικά, η πραγματική ποιότητα ενός εκπαιδευτικού συστήματος δεν μετριέται μόνο από τις νομοθεσίες και τις διαδικασίες του, αλλά κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τους ανθρώπους που καθημερινά το υπηρετούν με γνώση, εμπειρία και αφοσίωση.
*Συμβασιούχος, Οργανωτικός Α.Κί.ΔΑ Λευκωσίας
Μέλος της Ομάδας Πρωτοβουλίας για τη Μη Κατάργηση του Καταλόγου Διοριστέων

