Η Αξιολόγηση των Εκπαιδευτικών και ο ρόλος του Διευθυντή


Η Αξιολόγηση των Εκπαιδευτικών και ο ρόλος του Διευθυντή


Από τη μικροδιαχείριση στην παιδαγωγική ευθύνη – και από εκεί στη λογοδοσία του Κράτους

ΤΗΣ ΕΛΕΝΑΣ ΧΑΤΖΗΓΕΡΟΥ*


Η μεταρρύθμιση της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών στην Κύπρο έχει μετατραπεί σε ένα σύνθετο θεσμικό σταυρόλεξο. Το προτεινόμενο νομοσχέδιο υπόσχεται να εκσυγχρονίσει ένα παρωχημένο σύστημα, αλλά η αρχιτεκτονική του γεννά περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα απαντά. Ασαφείς ρόλοι, αντικρουόμενες πρόνοιες και διοικητικά κενά δημιουργούν ένα πλαίσιο όπου ο διευθυντής άλλοτε αναγορεύεται σε αξιολογητή και άλλοτε αποκλείεται από τη διαδικασία. Ένα σύστημα που ακόμη δεν γνωρίζει ποιος αξιολογεί ποιον, με ποια κριτήρια και ποια ευθύνη.



Ο διευθυντής, στο σύγχρονο σχολείο, δεν είναι γραφειοκράτης ούτε διαχειριστής κανόνων. Είναι παιδαγωγικός ηγέτης. Η διεθνής εμπειρία και η ερευνητική βιβλιογραφία συγκλίνουν πως η σχολική ηγεσία αποτελεί τον δεύτερο σημαντικότερο παράγοντα για τη μαθησιακή πρόοδο, μετά τη διδασκαλία. Αυτό σημαίνει ότι ο διευθυντής πρέπει να έχει ενεργό, θεσμοθετημένο ρόλο στην αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, όχι για να επιβάλει αλλά για να καθοδηγεί, να εμπνέει και να στηρίζει.



Στη Φινλανδία ο διευθυντής λειτουργεί ως μέντορας, σε ένα πλαίσιο εμπιστοσύνης και συνεργασίας. Στο Ηνωμένο Βασίλειο η διαδικασία είναι ετήσια και καθαρά προσδιορισμένη, με παρατήρηση, ανατροφοδότηση και συμφωνημένους στόχους, ενώ ο ίδιος ο Διευθυντής αξιολογείται από επιτροπή και εξωτερικό σύμβουλο. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα συστήματα αξιολόγησης  συνδυάζουν πολλαπλές πηγές δεδομένων, εκπαιδευτικά τεκμήρια και ποιοτική παρατήρηση, με ειδική εκπαίδευση των αξιολογητών για αξιοπιστία κρίσεων. Η διεθνής εικόνα είναι συνεπής: ο διευθυντής είναι αξιολογητής και ηγέτης μάθησης, όχι επιθεωρητής.



Το κυπριακό πλαίσιο, αντί να ξεκαθαρίσει τη θέση του διευθυντή, τη θολώνει. Οι διοικητικές ομάδες επιφορτίζονται με νέα καθήκοντα, χωρίς να ενισχύονται οι παιδαγωγικοί μηχανισμοί υποστήριξης και χωρίς να υπάρχει καθαρή πρόβλεψη για τη στελέχωση του γυμνασιακού κύκλου με επαρκή διοικητική ομάδα. Παράλληλα, εισάγονται νέες θέσεις, ασαφείς στον ρόλο τους, που απλώς μετακινούν την ευθύνη χωρίς να τη θεμελιώνουν. Δεν είναι μεταρρύθμιση αυτό. Είναι διοικητική ανακύκλωση με παιδαγωγικό κόστος.



Ειδικά στα Γυμνάσια, το πρόβλημα είναι δομικό. Ο πληθυσμός είναι μεγάλος, οι μαθητές βρίσκονται στην πιο ευάλωτη ηλικιακή φάση, η σχολική καθημερινότητα είναι έντονη και οι απαιτήσεις διαχείρισης ποικίλων περιστατικών συνεχείς. Η διοικητική ομάδα χρειάζεται ενίσχυση, όχι για λόγους κύρους ή τίτλων, αλλά για λόγους παιδαγωγικής επάρκειας, ασφάλειας και λειτουργικής οργάνωσης. Η σχολική ηγεσία δεν μπορεί να είναι υπόθεση ενός ή δύο προσώπων όταν οι ανάγκες έχουν πολλαπλασιαστεί. 

Η ενίσχυση των σχολείων με περισσότερα στελέχη διοίκησης αποτελεί προϋπόθεση για να εφαρμοστεί με ουσιαστικό τρόπο οποιοδήποτε σύστημα αξιολόγησης.

Και εδώ αρχίζει το ουσιαστικότερο ερώτημα: ποιος αξιολογεί εκείνους που αποφασίζουν για όλους τους άλλους; Ποιος ελέγχει την ποιότητα, την ορθότητα και την αποδοτικότητα των εκπαιδευτικών πολιτικών; Πώς λογοδοτεί το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας για τις επιλογές του, για το κόστος τους και για τα αποτελέσματά τους;



Σε κάθε σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα, το κράτος αξιολογείται για τις πολιτικές του. Στη Βρετανία, το Εθνικό Ελεγκτικό Γραφείο καταγράφει ετησίως αν οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις έχουν ουσιαστικό αποτέλεσμα σε σχέση με τη δημόσια δαπάνη. Στη Γαλλία, το Ελεγκτικό Συνέδριο δημοσιεύει εκθέσεις για την αποδοτικότητα των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Στη Φινλανδία και στη Νορβηγία, κάθε νομοθετική αλλαγή στην εκπαίδευση συνοδεύεται από μελέτη αξιολόγησης που εξετάζει τον αντίκτυπό της σε μαθησιακά αποτελέσματα, στην ψυχοκοινωνική ευημερία και στο δημοσιονομικό κόστος. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα κρατικά Ινστιτούτα Εκπαιδευτικών Επιστημών καταρτίζουν ετήσιες εκθέσεις για την απόδοση επένδυσης των εκπαιδευτικών πολιτικών. Δεν υπάρχει ατιμωρησία στο επίπεδο της διοίκησης. Η λογοδοσία είναι θεσμοθετημένη, όχι προαιρετική.



Στην Κύπρο, αντιθέτως, κάθε νέα ηγεσία του Υπουργείου ξεκινά από το μηδέν, χωρίς απολογισμό της προηγούμενης. Κάθε «μεταρρύθμιση» παρουσιάζεται ως καινούρια σωτηρία, χωρίς να μετριέται η απόδοση των προηγούμενων μέτρων, ούτε το κόστος των αποτυχιών. Το αποτέλεσμα είναι η θεσμική ασυλία των πολιτικών αποφάσεων. Οι εκπαιδευτικοί αξιολογούνται, αλλά το ίδιο το σύστημα μένει στο απυρόβλητο.

Αυτή η μονομερής αντίληψη της αξιολόγησης είναι βαθιά προβληματική. Η ουσία της αξιολόγησης δεν είναι η καταγραφή, αλλά η ευθύνη. 

Αν ζητούμε από τον εκπαιδευτικό να λογοδοτεί για το έργο του, πρέπει το ίδιο να ισχύει για εκείνους που χαράζουν την πολιτική. Η αποτυχία μιας εκπαιδευτικής απόφασης έχει πραγματικό κόστος: παιδαγωγικό, κοινωνικό και οικονομικό. Η λανθασμένη πολιτική επιλογή μεταφράζεται σε χρόνια χαμένων ευκαιριών, σε απογοητευμένους μαθητές, σε κουρασμένους εκπαιδευτικούς, σε σχολεία που λειτουργούν με επιβίωση αντί με όραμα.

Η διεθνής πρακτική έχει δείξει ότι οι μεταρρυθμίσεις αποδίδουν μόνο όταν συνοδεύονται από θεσμικό μηχανισμό αποτίμησης. Όχι μετά από δέκα χρόνια, αλλά στον πρώτο και στον δεύτερο χρόνο εφαρμογής. Μόνο έτσι διασφαλίζεται η αυτοδιόρθωση, η λογοδοσία και η εμπιστοσύνη του πολίτη. 

Η αξιολόγηση οφείλει να σχετίζεται ωφέλιμα με όλο το σύστημα: τον εκπαιδευτικό, τη σχολική μονάδα και το ίδιο το Υπουργείο.

Η ενίσχυση των σχολείων με επαρκή διοικητική δομή δεν είναι συντεχνιακή διεκδίκηση αλλά θεμέλιο λειτουργίας. Δεν υπάρχει παιδαγωγική ηγεσία χωρίς στελέχωση, ούτε σχολική ασφάλεια χωρίς ανθρώπους που να μπορούν να υποστηρίξουν τη διοίκηση καθημερινά και ουσιαστικά. Ο διευθυντής δεν μπορεί να επωμίζεται μόνος του το βάρος της εφαρμογής πολιτικών που σχεδιάζονται κεντρικά χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις πραγματικές συνθήκες των σχολείων. Αν θέλουμε αξιολόγηση που να λειτουργεί, πρέπει πρώτα να δημιουργήσουμε τις συνθήκες που την καθιστούν δυνατή.



Η επιτυχία μιας εκπαιδευτικής πολιτικής δεν μετριέται με ανακοινώσεις και εγκυκλίους, αλλά με το αν κάνει τον εκπαιδευτικό καλύτερο, τον μαθητή σοφότερο και το σχολείο δικαιότερο. Για να συμβεί αυτό, χρειάζεται ένα σύστημα που να μαθαίνει από τα λάθη του, να μετρά την απόδοσή του και να αναγνωρίζει την αξία σε όλα τα επίπεδα. Η αξιολόγηση δεν είναι εργαλείο ελέγχου. Είναι πράξη δημοκρατίας. Και αυτή η δημοκρατία αρχίζει όταν το κράτος αποφασίσει να αξιολογήσει και τον εαυτό του.

*Διευθύντρια Μέσης Εκπαίδευσης 

Tags ΕΛΕΝΑ ΧΑΤΖΗΓΕΡΟΥ, ΡΟΛΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ, ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ

Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.