Σύστημα Διορισμών: Οι αόριστες εξαγγελίες του ΥΠΑΝ και η πραγματικότητα της εργασιακής ανασφάλειας

Σύστημα Διορισμών: Οι αόριστες εξαγγελίες του ΥΠΑΝ και η πραγματικότητα της εργασιακής ανασφάλειας

ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ*

Η πρόσφατη ανακοίνωση[1] του Υπουργείου Παιδείας σχετικά με το Σύστημα Διορισμών μοιάζει περισσότερο με ακόμα ένα επικοινωνιακό τέχνασμα, προκαλώντας μάλλον αμηχανία παρά ανακούφιση στον εκπαιδευτικό κόσμο. Πίσω από τις προσεκτικά επιλεγμένες λέξεις και τις γενικόλογες διακηρύξεις, απουσιάζει η ουσία και η σαφήνεια, γεγονός που επιβεβαιώνεται άλλωστε και από το κλίμα των συναντήσεων που πραγματοποιούνται το τελευταίο διάστημα. Από τη μία πλευρά, το κείμενο αποτελεί μια σαφή, έστω και έμμεση, παραδοχή της Πολιτείας ότι το νομικό πλαίσιο που οδεύει προς πλήρη εφαρμογή το 2027 έχει προκαλέσει βαθιές στρεβλώσεις. Από την άλλη πλευρά, η επίσημη ρητορική παραμένει ανησυχητικά αόριστη και άτολμη, αποφεύγοντας επιμελώς να κοιτάξει κατάματα τον πραγματικό πυρήνα του προβλήματος. Αποκωδικοποιώντας τις εξαγγελίες του Υπουργείου, γίνεται πλέον φανερό πως η μετάβαση απαιτεί ρεαλιστικές λύσεις και όχι θεωρητικά ημίμετρα.

Σε σχέση με την αναφορά περί διαλόγου και διαβούλευσης, είναι σημαντικό να υπενθυμίσουμε το χρονικό του όλου ζητήματος, προκειμένου να αναδειχθεί η αδικαιολόγητη κωλυσιεργία και το επικίνδυνο ροκάνισμα χρόνου που έχει παρατηρηθεί. Ήδη από τον Αύγουστο του 2023, η ΠΟΕΔ είχε θέσει υπόψη του ΥΠΑΝ το φλέγον ζήτημα του συστήματος διορισμών, τονίζοντας την ανάγκη έγκαιρης εξεύρεσης λύσεων για να αμβλυνθεί η εργασιακή αβεβαιότητα χιλιάδων εκπαιδευτικών. Παρά την παραδοχή του Υπουργείου πως το σύστημα παρουσίαζε στρεβλώσεις και απαιτούσε διορθώσεις μέσω διαλόγου, κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ επί της ουσίας. Το ίδιο θέμα τέθηκε και στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον Νοέμβριο του 2023, όπου και πάλι υπήρξε η διαβεβαίωση πως η Κυβέρνηση επεξεργάζεται τρόπους επίλυσης. Τον Σεπτέμβριο του 2024, το ΥΠΑΝ ανέφερε επίσημα πως είχε αποταθεί στη Νομική Υπηρεσία και αναμενόταν συγκεκριμένη πρόταση τον Οκτώβριο του ίδιου έτους. Έκτοτε, η κατάθεση της πρότασης πήγαινε από παράταση σε παράταση, το ίδιο και η πολυπόθητη γνωμάτευση της Νομικής Υπηρεσίας, το ακριβές περιεχόμενο και η κατεύθυνση της οποίας δεν έγιναν ποτέ γνωστά. Ουσιαστικά, τρία χρόνια μετά την έγκαιρη ανάδειξη του προβλήματος, βρισκόμαστε ακριβώς στον ίδιο παρονομαστή. Ακόμη και σήμερα, λίγους μήνες πριν από το χρονικό ορόσημο του 2027, δεν υπάρχει καμία ολοκληρωμένη πρόταση και κανένα σαφές πλάνο, παρά μόνο γενικόλογες θέσεις και αρχές χωρίς πρακτικό αντίκρισμα.

Το Υπουργείο αναφέρει πως προτείνει λύσεις που περιλαμβάνουν την αναγνώριση της προϋπηρεσίας των ανθρώπων που εργάζονται ήδη στο σύστημα. Η διατύπωση αυτή ωστόσο δεν καθησυχάζει κανέναν, διότι αφήνει ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο μιας απλής πριμοδότησης με μερικά μόρια για όσους παρακαθίσουν σε εξετάσεις. Η κόκκινη γραμμή της εκπαιδευτικής κοινότητας παραμένει σαφής και αδιαπραγμάτευτη, ζητώντας να μην υπάρξει θυματοποίηση εκπαιδευτικών, είτε πρόκειται για εκπαιδευτικούς αορίστου χρόνου, είτε για συμβασιούχους, είτε για αντικαταστάτες. Μιλάμε για επαγγελματίες που επί σειρά ετών στηρίζουν τα δημόσια σχολεία, αναπληρώνουν κενά και διατηρούν το εκπαιδευτικό σύστημα λειτουργικό. Το να βρεθούν αυτοί οι άνθρωποι στην ανεργία το 2027, επειδή καταργείται ο κατάλογος διοριστέων, είναι επιλογή ηθικά και παιδαγωγικά απαράδεκτη. Η πραγματική αναγνώριση της προϋπηρεσίας μεταφράζεται αποκλειστικά σε νομική κατοχύρωση της εργασίας τους.

Παράλληλα, η ανακοίνωση κάνει λόγο για βελτιωτικές αλλαγές στο θέμα της γραπτής εξέτασης, αλλά το πρόβλημα δεν εντοπίζεται μόνο στη δομή του γραπτού. Σοβαρό ζήτημα εγείρεται και ως προς την ίδια τη φιλοσοφία της εμμονικής προσκόλλησης στις εξετάσεις, καθώς και στη συχνότητά τους. Μια θεωρητική εξέταση, η οποία μάλιστα τα προηγούμενα χρόνια σημαδεύτηκε από εξωφρενικά ποσοστά αποτυχίας, δεν μπορεί να διαγράψει την αποδεδειγμένη παιδαγωγική επάρκεια ενός επαγγελματία. Η ικανότητα ενός εκπαιδευτικού κρίνεται στην πράξη, στη διαχείριση της τάξης και στην καθημερινή αλληλεπίδραση με τα παιδιά. Εντύπωση προκαλεί άλλωστε το γεγονός πως, ενώ υπάρχει πλέον γενικευμένη παραδοχή ότι οι εξετάσεις που εφαρμόζονται ανά διετία από το 2017 είναι προβληματικές, αυτές δεν αποτέλεσαν ποτέ προτεραιότητα προς επίλυση. Αντιθέτως, το πρόβλημα αφέθηκε στην τύχη του να διογκώνεται, ενώ από την ανάληψη της εξουσίας από τη σημερινή Κυβέρνηση, έχουν ήδη διεξαχθεί ακόμη δύο σειρές εξετάσεων διορισίμων.

Επιπρόσθετα, το Υπουργείο διαβεβαιώνει ότι η σωστή στελέχωση για τη σχολική χρονιά 2027 με 2028 είναι εξασφαλισμένη. Τα νούμερα ωστόσο προκαλούν βαθιά ανησυχία. Λόγω των τεράστιων ποσοστών αποτυχίας στις εξετάσεις του νέου συστήματος, η δεξαμενή των επιτυχόντων δεν επαρκεί με κανέναν τρόπο για να καλύψει τις πραγματικές ανάγκες των σχολείων σε περίπτωση πλήρους κατάργησης του παλιού καταλόγου. Αν το ΥΠΑΝ επιμείνει σε μια άκαμπτη εφαρμογή του νόμου, χωρίς νομοθετικές ρυθμίσεις που να διατηρούν τους έμπειρους εκπαιδευτικούς στις θέσεις τους, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι τα σχολεία θα βρεθούν αντιμέτωπα με πρωτοφανή έλλειψη προσωπικού. Το σενάριο αυτό φαντάζει ακόμη πιο εφιαλτικό αν αναλογιστεί κανείς το ήδη υφιστάμενο, τεράστιο πρόβλημα στην εργοδότηση αντικαταστατών ή συμβασιούχων μερικής απασχόλησης στα Προαιρετικά Ολοήμερα Σχολεία. Πρόκειται για ένα ζήτημα που δεν φαίνεται να θορυβεί ιδιαίτερα την Αρμόδια Αρχή, η οποία εδώ και χρόνια έχει αφήσει τα σχολεία να παλεύουν μόνα τους, περιοριζόμενη σε επιδερμικές ενέργειες αντί για ουσιαστικές λύσεις αντιμετώπισης της υποστελέχωσης. Παραγνωρίζεται, τελικά, η βασική αιτία της υποστελέχωσης, η οποία δεν είναι άλλη από το γεγονός ότι το επάγγελμα του εκπαιδευτικού έχει πάψει πλέον να είναι ελκυστικό, πρωτίστως εξαιτίας της επικείμενης κατάργησης του καταλόγου διοριστέων και της συνεπαγόμενης εργασιακής ανασφάλειας ή και ανεργίας.

 Το προαναγγελθέν κείμενο εργασίας του Υπουργείου, το οποίο θα αποτελέσει το έγγραφο της επερχόμενης διαβούλευσης, οφείλει να αποτελέσει πεδίο ενός ειλικρινούς και ουσιαστικού διαλόγου και όχι ακόμη μια προσχηματική διαδικασία νομιμοποίησης ειλημμένων αποφάσεων. Η όποια ολιστική προσέγγιση επικαλείται η Πολιτεία, πρέπει να έχει ως αδιαπραγμάτευτη αφετηρία την προστασία των εργασιακών δικαιωμάτων όσων ήδη υπηρετούν τη Δημόσια Παιδεία. Το ζητούμενο είναι να παραμείνουν τα σχολεία στελεχωμένα με ανθρώπους που νιώθουν ότι το έργο τους αναγνωρίζεται έμπρακτα. Ποιότητα στην εκπαίδευση χωρίς εργασιακή σταθερότητα και χωρίς τον στοιχειώδη σεβασμό στη βιωματική εμπειρία του εκπαιδευτικού, πολύ απλά, δεν μπορεί να υπάρξει.

 

Μιχάλης Αλεξόπουλος, Γενικός Γραμματέας Α.Κί.ΔΑ., Β. Γενικός Γραμματέας ΠΟΕΔ

Tags ΜΙΧΑΛΗ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ, ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΟΡΙΣΜΩΝ, ΥΠΑΝ, ΑΟΡΙΣΤΕΣ ΕΞΑΓΓΕΛΙΕΣ, ΕΡΓΑΣΙΑΚΗ ΑΝΑΣΦΑΛΕΙΑ

Comments (0)





Add a new comment: