Η αυθεντική Κύπρος: μαθήματα ζωής και θανάτου από μια ενενηντάχρονη


ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ*

Ορφανή από ηλικία δύο χρόνων, η κυρία Ελένη δε γνώρισε πατέρα. Η  μόνη  παρακαταθήκη που της άφησε, όταν έπεσε από μια ελιά και τραυματίστηκε θανάσιμα, ήταν ένα βουνό από χρέη και η απύθμενη καλοσύνη του για την οποία του κόλλησαν  και το παρατσούκλι «Βέρικουτ» από το αγγλικό  «very good».

Μόλις πέντε χρόνων, η  Ελένη Βέρικουτ  άρχισε να ξενοδουλεύει για να στηρίξει τη μητέρα της  και να βοηθήσει να  ξεπληρώσουν τα δυσβάστακτα χρέη που τους άφησε ο πατέρας της. Κι’ όταν παντρεύτηκε, με δανεικές βέρες, κι’ έκαμε δική της  οικογένεια,  η κυρία Ελένη δούλευε διπλές βάρδιες για να τα βγάλει πέρα: τη μέρα  στις οικοδομές, στις  κατασκευές δρόμων,  στα σπίτια του κόσμου σαν καθαρίστρια, και τα βράδια στα χωράφια και στο σπίτι. Κι’ όμως, μαζί με τον σύζυγο της, τα κατάφεραν  παρά τη φτώχεια και  τις αντιξοότητες και τα ουκ ολίγα σοβαρά ατυχήματα που τους συνέβηκαν. Μεγάλωσαν  τα πέντε τους  παιδιά, τα σπούδασαν, τα πάντρεψαν  και  τους άφησαν και μια σεβαστή  περιουσία.   

Αυτός ήταν ο αγώνας πολλών γονιών μέσα από την Μεγάλη  Ύφεση που κράτησε μια δεκαετία και το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο που ακολούθησε. Δούλευαν τόσο πολύ για να κερδίσουν  τόσο λίγα κι’ όμως ποτέ δεν παραπονιόνταν, δεν  τα έβαζαν κάτω και δεν  αδρανούσαν. Δεν είχαν και επιλογή.  Ήταν πριν να ανακαλυφθούν τα ανεργιακά επιδόματα και οι κοινωνικές παροχές.

Εκεί, όμως, που ξεχώρισε η κυρία Ελένη είναι  ο τρόπος που μεγάλωσε και ανάθρεψε τα παιδιά της και το πρότυπο της εργατικότητας και της ακεραιότητας που τους  έδινε επί καθημερνής βάσεως μέχρι  και την τελευταία της πνοή. Τα δίδαξε να δίνουν πάντα  περισσότερα απ’  όσα  παίρνουν,  να δημιουργούν αξία για τους άλλους  πολύ μεγαλύτερη  από  ότι κερδίζουν και να μη ιδιοποιούνται τους καρπούς των κόπων των συνανθρώπων τους. Θεωρούσε έγκλημα να μεγαλώνει κανείς τα παιδιά του με τη φιλοδοξία να ενταχθούν στην  προνομιούχα τάξη για να απολαμβάνουν  υπέρ-προνόμια σε βάρος των υπολοίπων ή πέραν της παραγωγικότητας τους.

Ούτε η οικονομική κρίση, ούτε  ο πόλεμος,  ούτε η έλλειψη  δουλειών ήταν ποτέ επαρκής δικαιολογία για αδράνεια: «τη δουλειά σου τη δημιουργείς  εσύ  ο ίδιος» έλεγε. Ούτε η φτώχεια και η ανέχεια ήταν ποτέ επαρκής δικαιολογία για λιγότερη τιμιότητα ή λιγότερη συμπόνια και γενναιοδωρία.

 Αν και εγκατέλειψε το σχολείο στην τρίτη τάξη του Δημοτικού για να δουλεύει  πρωί και βράδυ, πίστευε με πάθος στη δια βίου μάθηση. Δεν περνούσε μέρα χωρίς να διαβάσει κάτι, ηθικοδιδακτικό, θρησκευτικό, φιλοσοφικό, ιατρικό, ακόμα και επιστημονικό. Διάβαζε αχόρταγα  μέχρι και τις τελευταίες στιγμές της , στα 92 της χρόνια . Κάθε πρωί και βράδυ  έλεγε  στα παιδιά και τα εγγόνια της όλα τα νέα πράγματα που μάθαινε. Μερικές νύκτες, όταν μάθαινε κάτι πολύ σημαντικό δεν άντεχε  και τους  ξυπνούσε για να το μοιραστεί μαζί τους.  Όταν  καμιά βδομάδα δε  τα κατάφερνε να διαβάσει τουλάχιστο  ένα βιβλίο έλεγε πως  πήγε  η βδομάδα χαμένη.

Δούλευε 10-12 ώρες την ημέρα μέχρι  το τέλος της ζωής της, σκαλίζοντας  και ποτίζοντας τον κήπο, τα κλήματα,  τις ελιές, έχοντας πάντοτε  το βιβλίο στο χέρι για  να μη χάσει ούτε  λεπτό.  Όχι γιατί είχε ανάγκη να δουλεύει  μέχρι τα υστερινά της, αλλά γιατί πίστευε  ότι η δουλειά είναι  υγεία και  ευλογία του Θεού.

Σε ηλικία 92 χρόνων δούλευε όσο ένας νέος και ακόμα περισσότερο, αν και  ήταν τόσο λιτοδίαιτη και ποτέ δεν πίστεψε στα υλικά αγαθά. Πάντα έλεγε ότι δούλευε για την άλλη ζωή την αιώνια, όχι γι’ αυτή τη μάταια. Ήθελε  να δημιουργεί συνεχώς αξία, όχι για τον εαυτό της, αλλά  για τους άλλους,  για τα παιδιά της  και τον συνάνθρωπό της.  Πάντοτε γενναιόδωρη  και  συμπονετική  βοηθούσε τους φτωχούς και τους πάσχοντες έχοντας σαν γνώμονα  το «μη γνώτω  η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου».

Αν και μοναδική της έγνοια ήταν η μετά θάνατον  ζωή,  πίστευε ότι μόνο με την εργατικότητα, την τιμιότητα και την αλληλεγγύη στον συνάνθρωπό μας μπορεί να κερδηθεί η αιωνιότητα. Γι’ αυτό ανησυχούσε για την κατάντια της κοινωνίας μας, για την οικονομική κρίση, την ανεργία, τα σκάνδαλα, την ιδιοτέλεια, την απληστία και τη διαφθορά.  Παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα στην Κύπρο και διεθνώς κι’ ήταν ενήμερη μέχρι τη τελευταία λεπτομέρεια. Πάντα έτοιμη με ιδέες και λύσεις, πάντα θετική και αισιόδοξη.  Οραματιζόταν μια «όμορφη Κύπρο  ηθική, αγγελικά πλασμένη», όπως θα έλεγε και  ο Διονύσιος Σολωμός, και πρότεινε την δημιουργία ειδικών σχολείων για την επιμόρφωση των γονέων και ιδίως των πολιτικών που θεωρούσε υπεύθυνους για την κατάντια του τόπου.

Ήταν  γεμάτη με αγάπη,  απεριόριστη αγάπη για την οικογένεια της, τους  συγχωριανούς της, κι’ όλο τον κόσμο, ακόμα και για κείνους που την αδικούσαν και την  κακολογούσαν, «ποτέ από το χρέος  μη κινώντας, δίκαια και ίση σ’ όλες της τις πράξεις, πάντοτε την αλήθεια ομιλούσα, πλην  χωρίς μίσος για τους  ψευδομένους», όπως θα έλεγε ο Καβάφης. Δεν μισούσε, δεν αδικούσε και  δεν κακολογούσε κανένα. Γεμάτη γνώση και πίστη, συχνά επαναλάμβανε τα λόγια του Αποστόλου Παύλου: «Αν κατέχω όλη την γνώση και όλη την πίστη έτσι που να μετακινώ βουνά αλλά αγάπη δεν έχω, είμαι ένα τίποτα».

Είχε ένα μεταδοτικό  ενθουσιασμό για τη ζωή, και αυτή και την επόμενη. Αν και γεμάτη ζωή ήταν πανέτοιμη για το θάνατο και  έλεγε  πως δεν τον  φοβόταν. «Όταν θέλει να με πάρει ο Θεός», έλεγε, «να κοπιάσει».  Το μόνο που ανησυχούσε  είναι μήπως και δεν προλάβει  να διαβάσει  όλα τα βιβλία που  ήθελε. «Θα  μπορούσατε όμως να μου τα βάλετε στον τάφο», έλεγε στα παιδιά της  αστειευόμενη. Το χιούμορ δεν έλειπε ποτέ απ’ την ζωή της, ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές.

Παρ’ όλη την  ενέργεια, τη διαύγεια και το πάθος για τη ζωή, διαισθάνθηκε με ακρίβεια το τέλος της. Τις δυο- τρεις τελευταίες  της μέρες τακτοποίησε το σπίτι της απ’ άκρη σ’ άκρη,  και σύστησε στα παιδιά της  να διαβάσουν  το βιβλιαράκι «Μετά τον Θάνατον Τι;». To  πρωί της  Κυριακής, 26 Σεπτεμβρίου πήγε στην εκκλησία, κοινώνησε  και επισκέφθηκε  μια άρρωστη γειτόνισσα. Το απόγευμα  έπαθε εγκεφαλικό κι’ έσβησε  στην ώριμη ηλικία των 92 ετών.   

Έζησε και έφυγε όπως της άρεσε να απαγγέλλει  σε στίχους του αγαπημένου της  συζύγου, που τους έκανε  βίωμα και τους άφησε σαν παρακαταθήκη στην κοινωνία μας, μια κοινωνία που είναι διάτρητη από  ματαιότητα, ιδιοτέλεια, σκάνδαλα  και διαφθορά: 

«Είναι σκιά και όνειρον  ο βίος μας,  ω φίλοι

Και  πας αυτό δια παντός να σκέφτεται οφείλει

Όταν οι ύστερες στιγμές του βίου τελειώσουν

Τι όφελος τα μάταια εις την ψυχή θα δώσουν;

Αχ! τι θα δώσω στον κριτή που  δεν λαμβάνει  δώρα,

Οπόταν έλθει φοβερή της κρίσεως η ώρα;

Όταν βιβλία ανοιχθούν και πράξεις ελεγχθώσι

Και τα κρυφά των καρδιών όλα φανερωθώσι.

Που θα κρυφτώ, και τι θα πω ως δικαιολογία;

Δεν ειν’ καλύτερα να ζω με καθαράν καρδία;»

Αυτή ήταν η κα.  Ελένη.  Γεννήθηκε σε πάμφτωχη οικογένεια  στο Δάλι, στα μέσα της  Μικρασιατικής Καταστροφής , το 1922, και παντρεύτηκε στη Αλάμπρα στα μέσα του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου.  Έζησε τη ζωή της με  καθαράν  καρδία»  και απαράμιλλη εργατικότητα μέχρι την ώριμη ηλικία των 92 χρόνων χωρίς οι ταλαιπωρίες της ζωής,  που της καταδυνάστεψαν το σώμα,  να της λυγίσουν  το αγωνιστικό φρόνημα, τη διαύγεια και  το ηθικό της  ανάστημα.  Έκαμε το παρατσούκλι «Βέριγκουτ» του πατέρα της βίωμα και πραγματικότητα.

Αυτή τη γυναίκα  είχα την τύχη και την τιμή να την  έχω μητέρα μου. Τα μαθήματα ζωής και θανάτου που άφησε σε μένα και τ’ αδέλφια μου αποδείχθηκαν πολύ πιο πολύτιμα από τα δώδεκα χρόνια πανεπιστημιακής μόρφωσης που έτυχα, και τα 30 και πλέον  χρόνια διδασκαλίας  στο Χάρβαρντ  και το CIIM.   Αυτά τα μαθήματα είναι επίκαιρα και σημαντικά για όλους μας , αφού τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα ωχριούν μπροστά σ’ αυτά που αντιμετώπισε στη ζωή της και  στα οποία αντεπεξήλθε με σκληρή δουλειά, ακεραιότητα και αγάπη για τον συνάνθρωπό της,  για ένα σχεδόν αιώνα.  Και πόσες άλλες  μάνες σαν κι’ αυτή!

* Καθηγητής  Οικονομικών και Ηθικής  και Διευθυντής του  International Institute of Management (CIIM)  και τέως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ των ΗΠΑ.

 




Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.



Newsletter













48