- Υπουργικό
- 14 Απρ 2026 - 19:48
Ο ΠτΔ ανέπεμψε τον νόμο για τους αορίστου χρόνου
O Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης με επιστολή του στη Βουλή ενημερώνει την απόφασή του για αναπομπή του νόμου που ψήφισε η Ολομέλεια για τους αορίστου χρόνου εκπαιδευτικούς.
Η αναπομπή θα συζητηθεί σε συνεδρία της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παιδείας και Πολιτισμού την Πέμπτη, 16 Απριλίου 2026, στις 9.00 π.μ., και ακολούθως στην Ολομέλεια.
Το Paideia-News παραθέτει αυτούσια την επιστολή του Προέδρου της Δημοκρατίας προς τη Βουλή με το σκεπτικό της αναπομπής.
«Πρόεδρο Βουλής των Αντιπροσώπων
Βουλή των Αντιπροσώπων
Ασκώντας τις εξουσίες μου δυνάμει του Άρθρου 51.1 του Συντάγματος αναπέμπω στη Βουλή των Αντιπροσώπων για επανεξέταση τον «περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Νόμο του 2026», ο οποίος ψηφίστηκε σε Νόμο από τη Βουλή των Αντιπροσώπων στις 2 Απριλίου 2026 και κοινοποιήθηκε στο Γραφείο μου στις 3 Απριλίου 2026, για να εκδοθεί με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας δυνάμει του Άρθρου 52 του Συντάγματος.
Οι λόγοι της αναπομπής είναι οι ακόλουθοι:
Σκοπός του υπό αναπομπή Νόμου είναι η τροποποίηση του βασικού νόμου και συγκεκριμένα του άρθρου 27 αυτού με την προσθήκη νέου εδαφίου (3), το οποίο προβλέπει ως ακολούθως: «Ανεξαρτήτως των διατάξεων του περί της Ρύθμισης της Απασχόλησης Εργοδοτουμένων Αορίστου και Εργοδοτουμένων Ορισμένου Χρόνου στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμου, ο καθ' οιονδήποτε χρόνο τερματισμός των υπηρεσιών εκπαιδευτικού αορίστου χρόνου λόγω πλεονασμού, δυνάμει των διατάξεων του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, απαγορεύεται. »
Ρύθμιση με ουσιαστικά το ίδιο περιεχόμενο είχε επιχειρηθεί να εισαχθεί, μεταξύ άλλων ρυθμίσεων, και το έτος 2022, όταν η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε τον «περί Δημόσιας Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (Τροποποιητικό) Νόμο του 2022». Μετά την απόρριψη της τότε αναπομπής, καταχωρίστηκε Αναφορά στο Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο με τη σχετική Γνωμάτευσή του στην Αναφορά με αρ. 3/2022, Πρόεδρος της Δημοκρατίας v Βουλή των Αντιπροσώπων, ημερ. 12.06.2023 έκρινε τον εν λόγω Νόμο εξ ολοκλήρου αντισυνταγματικό.
Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι ο βασικός νόμος στο άρθρο 32 αναθέτει ρητώς τον ρόλο του εργοδότη στην εκτελεστική εξουσία και προβλέπει ότι η εργασιακή σχέση των εκπαιδευτικών που υπηρετούν με σύμβαση καθορίζεται μέσω έγγραφων συμβάσεων. ΟΙ εκπαιδευτικοί αορίστου χρόνου υπηρετούν στη βάση τέτοιων συμβάσεων, οι οποίες έχουν μετατραπεί σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και στις οποίες περιλαμβάνονται οι όροι υπηρεσίας τους, οι οποίοι αποφασίζονται από τον Υπουργό Παιδείας και Νεολαίας σε συνεννόηση με τον Υπουργό Οικονομικών.
Το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι η Βουλή των Αντιπροσώπων δεν δύναται να νομοθετεί κατά τρόπο που να καθορίζει τα δικαιώματα ή τους όρους υπηρεσίας των εκπαιδευτικών αορίστου χρόνου, καθότι τα ζητήματα αυτά εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα της εκτελεστικής εξουσίας, ως εργοδότης των εν λόγω προσώπων.
Υπό το φως της πιο πάνω Γνωμάτευσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και Ιδίως της σαφούς επισήμανσης ότι η ρύθμιση και διασφάλιση εργασιακών ή κοινωνικών δικαιωμάτων οφείλει να λαμβάνει χώρα εντός του ορθού θεσμικού πλαισίου και διά του θεσμικά αρμόδιου οργάνου, ήτοι της εκτελεστικής εξουσίας, και όχι της νομοθετικής, καθίσταται πρόδηλο ότι η Βουλή των Αντιπροσώπων, με την εκ νέου ψήφιση της υπό αναφορά διάταξης, προέβη σε νομοθετική ρύθμιση η οποία ευθέως αντίκειται στις συνταγματικές αρχές που διέπουν την κατανομή και άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας, όπως αυτό έχει ήδη ερμηνευθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σε νομολογία του.
Η εκ νέου ψήφιση προνοιών με ουσιαστικά ταυτόσημο περιεχόμενο προς εκείνες που είχαν ήδη κριθεί αντισυνταγματικές από το Ανώτατο Δικαστήριο κατά παράβαση της σχετικής Γνωμάτευσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, παραβιάζει τις συνταγματικές αρχές που διέπουν τη λειτουργία του κράτους δικαίου.
Η επαναφορά νομοθετικής πρόνοιας με ουσιαστικά το ίδιο περιεχόμενο προς διάταξη που έχει ήδη κριθεί αντισυνταγματική δεν δύναται να θεραπεύσει την αντισυνταγματικότητα μέσω απλής μεταβολής της νομοτεχνικής της μορφής, εφόσον η ουσία της πρόνοιας παραμένει η ίδια.
Σε κάθε περίπτωση με την ψήφιση της εν λόγω πρόνοιας, η Βουλή επιχειρεί να ρυθμίσει ζητήματα τα οποία άπτονται των όρων υπηρεσίας και της εργασιακής σχέσης των εκπαιδευτικών που υπηρετούν με καθεστώς αορίστου χρόνου στη δημόσια εκπαίδευση, ζήτημα το οποίο, σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο αλλά και τη σαφή νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της εκτελεστικής εξουσίας ως εργοδότη των εν λόγω προσώπων.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο τερματισμός των υπηρεσιών των εκπαιδευτικών που υπηρετούν με καθεστώς αορίστου χρόνου αποτελεί αρμοδιότητα του εργοδότη τους, δηλαδή της Εκτελεστικής Εξουσίας.
Κατ' επέκταση, με τον υπό αναπομπή Νόμο, η Νομοθετική Εξουσία επεμβαίνει στον τομέα αρμοδιότητας της Εκτελεστικής Εξουσίας, κατά παράβαση της αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών. Συγκεκριμένα, ο υπό αναπομπή Νόμος, όπως θεσπίστηκε, εμπεριέχει στοιχεία διοικητικής λειτουργίας και, ως εκ τούτου, καταστρατηγεί τη συνταγματική αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών (Αναφορά 1/2013, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, ημερ, 11.6.2014 Αναφορά αρ. 1/2015, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 3 Δεκεμβρίου 2015).
Η αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών αποτελεί θεμελιώδη αρχή του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και απαγορεύει την άσκηση ή την ανάληψη εξουσίας έξω από τη σφαίρα αρμοδιοτήτων της κάθε μιας από τις τρεις εξουσίες της πολιτείας. Η άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας δεν πρέπει να επηρεάζεται από παρεμβάσεις της νομοθετικής εξουσίας.
Το πεδίο λειτουργίας των τριών πολιτειακών εξουσιών διαχωρίζεται αυστηρά και αποκλείεται η ανάληψη ή η άσκηση οποιασδήποτε αρμοδιότητας από οποιαδήποτε από τις τρεις εξουσίες που δεν αποδίδεται ρητώς σε αυτήν από το Σύνταγμα ή δεν εμπίπτει στο πεδίο λειτουργίας της λόγω των εγγενών χαρακτηριστικών της.
Η Βουλή των Αντιπροσώπων αποτελεί το κατεξοχήν αρμόδιο όργανο για τη θέσπιση νόμων «επί παντί θέματι», νοουμένου ότι η άσκηση της αρμοδιότητας αυτής δεν παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών ή άλλες συνταγματικές διατάξεις. Συνεπώς, οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση επέμβαση της μιας εξουσίας στη σφαίρα αρμοδιοτήτων της άλλης συνιστά παραβίαση της αρχής αυτής.
Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η ίδια η φύση του ρυθμιζόμενου ζητήματος δυνατόν να εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιότητας της Εκτελεστικής Εξουσίας. Στις περιπτώσεις αυτές, εάν ένας νόμος εμπεριέχει στοιχεία διοικητικής ενέργειας ή λειτουργίας, τότε αυτός καθίσταται αντισυνταγματικός, καθότι θεωρείται ότι η Νομοθετική Εξουσία επεμβαίνει στον τομέα αρμοδιότητας της Εκτελεστικής Εξουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο τερματισμός των υπηρεσιών των εκπαιδευτικών που υπηρετούν με καθεστώς αορίστου χρόνου αποτελεί αρμοδιότητα του εργοδότη τους, δηλαδή της Εκτελεστικής Εξουσίας.
Επισημαίνεται δε ότι οι έγγραφες συμβάσεις των εκπαιδευτικών, οι οποίες έχουν μετατραπεί σε αορίστου χρόνου, εμπεριέχουν όρους που αφορούν και τον τερματισμό των υπηρεσιών τους. Κατά συνέπεια, καθίσταται σαφές ότι η Νομοθετική Εξουσία επεμβαίνει στον καθορισμό των όρων εργοδότησης των εν λόγω εκπαιδευτικών, παραβιάζοντας έτσι την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Ο υπό Αναπομπή Νόμος συγκρούεται με το πνεύμα του περί Ρύθμισης της Απασχόλησης Εργοδοτουμένων Αορίστου και Εργοδοτουμένων Ορισμένου Χρόνου στη Δημοσία Υπηρεσία Νόμου (Ν.7Ο(Ι)/2Ο16) και του περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμου (Ν.24/1967). Ειδικότερα, σε σχέση με τον περί της Ρύθμισης της Απασχόλησης Εργοδοτουμένων Αορίστου και Εργοδοτουμένων Ορισμένου Χρόνου στη Δημοσία Υπηρεσία Νόμου o Νόμος αυτός εξαίρεσε από την εφαρμογή του την Εκπαιδευτική Υπηρεσία ένεκα της ιδιαιτερότητας που αυτή υπέχει δίδοντας σε αυτήν την δυνατότητα να ορνανώνει την παοοχή υπηρεσίας ρχολικής εκπαιδεύσεως, κατά τοόπον ώστε να εξασφαλίζεται διαρκώς η ισορροπία μεταξύ του αριθμού των εκπαιδευτικών και των μαθητών. Ο υπό Αναπομπή Νόμος, συγκρούεται με τον σκοπό της εξαίοεσης της Εκπαιδευτικής Υπηοεσίας από τον και συγκρούεται επίσης με τον Ν.24/1967, όπως έχει ήδη
Συνακόλουθα, ο υπό αναπομπή Νόμος εγείρει ζήτημα αντισυνταγματικότητας, καθότι οι πρόνοιές του αντίκεινται στο Σύνταγμα και ειδικότερα στα άρθρα 54 και 58 αυτού, καθώς και στις αρχές που έχουν διαμορφωθεί δια της σχετικής νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Επιπροσθέτως, o υπό αναπομπή Νόμος εγείρει ζητήματα συμβατότητας και με το Άρθρο 26 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει την ελευθερία του συμβάλλεσθαι. Το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων μερών. Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται, καταρχήν, με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση.
οι συμβάσεις που έχουν συναφθεί με τους εργοδοτουμένους αορίστου χρόνου εκπαιδευτικούς, περιλαμβάνουν όρους, όπως το δικαίωμα του εργοδότη για τερματισμό της απασχόλησης, δυνάμει των διατάξεων του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου. Η δε απασχόληση, όπως επίσης προβλέπεται στις συμβάσεις αυτές, δεν παρέχει δικαίωμα στον εργοδοτούμενο αορίστου χρόνου εκπαιδευτικό, σε μόνιμο διορισμό.
Επομένως, η εισαγωγή με τον υπό αναπομπή Νόμο, της πρόνοιας σύμφωνα με την οποία, απαγορεύεται ο καθ' οιονδήποτε χρόνο τερματισμός των υπηρεσιών εκπαιδευτικού αορίστου χρόνου λόγω πλεονασμού, βάσει των διατάξεων του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, καταστρατηγεί την ελευθερία του συμβάλλεσθαι. Λαμβάνοντας υπόψη δε, την φύση των καθηκόντων των εκπαιδευτικών, ήτοι ότι ένας καθηγητής μιας συγκεκριμένης ειδικότητας δεν δύναται να κληθεί να εκτελέσει καθήκοντα καθηγητή άλλης ειδικότητας, πρέπει να συνεχίσει να διατηρείται η δυνατότητα τερματισμού εκπαιδευτικού αορίστου χρόνου όταν προκύψει πλεονασμός. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι ενώ βρίσκεται σε ισχύ ειδικό νομοθετικό πλαίσιο το οποίο ρυθμίζει ζητήματα απασχόλησης ορισμένου και αορίστου χρόνου στη δημόσια υπηρεσία, ήτοι o περί της Ρύθμισης της Απασχόλησης Εργοδοτουμένων Αορίστου και Εργοδοτουμένων Ορισμένου Χρόνου στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμος του 2016 (Ν. εντούτοις η Δημόσια Εκπαιδευτική Υπηρεσία εξαιρέθηκε από το πεδίο εφαρμογής του για το λόγο αυτό αλλά και για το γεγονός ότι, οι εκπαιδευτικοί διέπονται από άλλο καθεστώς απασχόλησης, σε σύγκριση με τους δημόσιους υπαλλήλους, λόγω και της φύσης του έργου που αυτοί επιτελούν Επισημαίνεται ότι η μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου των εκπαιδευτικών βασίζεται στον περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμο του 2003 (Ν.98(Ι)Ι2ΟΟ3) ο οποίος εκδόθηκε με σκοπό την εναρμόνιση της κείμενης νομοθεσίας με τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 28ης Ιουνίου 1999 σχετικά με την υλοποίηση της συμφωνίας — πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου, που συνήφθη την 18.3.1999 από τους Ευρωπαίους Κοινωνικούς Εταίρους (τη CES, τη lJNlCE και το CEEP). Με το Νόμο και τη σχετική Οδηγία διασφαλίζονται τα δικαιώματα των εργοδοτουμένων ισότιμα και ισόνομα από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Με τον περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμο (Ν.24Ι1967) στα άρθρα 3 και 5 ρυθμίζονται οι προυποθέσεις υπό τις οποίες εργοδότης δύναται να τερματίσει τη σύμβαση εργασίας με η χωρίς αποζημίωση με αποτέλεσμα με την υπό αναφορά πρόνοια στον υπό αναπομπή Νόμο, η Νομοθετική Εξουσία να υποκαθιστά την Εκτελεστική Εξουσία, ασκώντας η Νομοθετική Εξουσία διοικητική λειτουργία.
Συνεπώς, η νομοθετική τώρα επέμβαση με την οποία απαγορεύεται ο τερματισμός των υπηρεσιών εκπαιδευτικού αορίστου χρόνου λόγω πλεονασμού συνιστά ουσιαστική τροποποίηση των υφιστάμενων συμβατικών σχέσεων και περιορίζει τη δυνατότητα του εργοδότη να καθορίζει και να εφαρμόζει τους όρους εργοδότησης.
Κατά συνέπεια, η εν λόγω ρύθμιση προσκρούει και στο Άρθρο 26 του Συντάγματος, καθότι περιορίζει την ελευθερία των συμβάσεων και μεταβάλλει ουσιώδεις όρους υφιστάμενων συμβατικών σχέσεων εργασίας.
Περαιτέρω, η ψήφιση του υπό αναπομπή Νόμου συνεπάγεται επιβάρυνση του Πάγιου Ταμείου της Δημοκρατίας και αύξηση των εξόδων του Προυπολογισμού, κατά παράβαση των διατάξεων του Άρθρου 80 του Συντάγματος.
Η απαγόρευση τερματισμού των υπηρεσιών των εκπαιδευτικών αορίστου χρόνου λόγω πλεονασμού δύναται να επιφέρει αύξηση των δημοσίων δαπανών, καθότι το κράτος θα υποχρεωθεί να συνεχίσει να καταβάλλει μισθούς και συναφή ωφελήματα ακόμη και σε περιπτώσεις όπου οι υπηρεσίες των εν λόγω εκπαιδευτικών δεν δύνανται να αξιοποιηθούν λόγω πλεονασμού.
Το Άρθρο 80 του Συντάγματος προβλέπει ότι καμία πρόταση νόμου που συνεπάγεται αύξηση των εξόδων που προβλέπονται από τον Προυπολογισμό δεν δύναται να υποβληθεί από βουλευτή. (Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ.2) (2001) 3Α. Α.Α.Δ. 519, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν Βουλής των Αντιπροσώπων (2011 ) 3Α. Α.Α.Δ. 72, Αναφορές αρ.2/18 και 3/18 Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν Βουλή των Αντιπροσώπων, ημερομηνίας 6 Φεβρουαρίου 2019).
Ο σκοπός του Συνταγματικού Νομοθέτη είναι η απόδοση αποκλειστικής εξουσίας για την ετοιμασία του προυπολογισμού και τον καθορισμό των δαπανών του κράτους στην Εκτελεστική Εξουσία, αφού θα μπορούσε πρόταση Νόμου να επιβαρύνει και να αυξάνει τα έξοδα όλων των προϋπολογισμών πέραν του τρέχοντος και ήδη εγκριθέντος, χωρίς την συναίνεση της Εκτελεστικής Εξουσίας.
Οι πρόνοιες του υπό αναπομπή Νόμου, επιφέρουν αύξηση των κατά τα άλλα προβλεπόμενων δαπανών, προσκρούουν στις διατάξεις του Άρθρου 80.2 του Συντάγματος και ως εκ τούτου είναι αντισυνταγματικές καθώς και ασύμβατες με την αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών, εφόσον, επεμβαίνει η Νομοθετική Εξουσία, στην διαμόρφωση του προυπολογισμού του Κράτους, κάτι για το οποίο αποκλειστική ευθύνη έχει η Εκτελεστική Εξουσία.
Περαιτέρω, σε περίπτωση που δεν θα μπορεί να αξιοποιηθεί ο εκάστοτε εκπαιδευτικός και κριθεί ότι είναι αναγκαίος ο τερματισμός αυτού και πάλι θα επιφέρει αύξηση των δημόσιων δαπανών, καθότι θα μπορεί να αποταθεί στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και να εγείρει ισχυρισμό για παράνομο τερματισμό με αποτέλεσμα να Κληθεί η εκτελεστική εξουσία να καταβάλει σε αυτόν αποζημιώσεις.
Πέραν των ανωτέρω και επιπρόσθετα αυτών, οι τροποποιήσεις με βάση τον υπό αναπομπή Νόμο, εισήχθησαν στο άρθρο 27 με την προσθήκη νέου εδαφίου (3) του βασικού νόμου, το οποίο τιτλοφορείται «Μέθοδοι Πλήρωσης Θέσεων». Το ζήτημα που αφορά στον τερματισμό των υπηρεσιών των εκπαιδευτικών που υπηρετούν με καθεστώς αορίστου χρόνου δεν δύναται να ενταχθεί στο εν λόγω άρθρο, καθότι δεν αφορά σε μέθοδο πλήρωσης θέσεων, αλλά σε ζήτημα που άπτεται των όρων εργοδότησης και του τερματισμού της απασχόλησης. Κατά συνέπειαι η εισαγωγή της εν λόγω πρόνοιας στο συγκεκριμένο άρθρο αλλοιώνει το περιεχόμενο της διάταξης και δεν συνάδει με το γράμμα και το πνεύμα του βασικού νόμου και είναι νομοτεχνικά εσφαλμένη.
Με βάση τα προαναφερθέντα, εισηγούμαι όπως η Βουλή των Αντιπροσώπων μη εμμείνει στην απόφαση της, αποδεχόμενη την Αναπομπή.
Παρακαλείται η αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή Παιδείας και Πολιτισμού, να ακούσει σχετικά με την παρούσα Αναπομπή τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και την Υπουργό Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας.
Νίκος Χριστοδουλίδης
Κοιν.: Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
Υπουργό Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας
Γραμματέα Υπουργικού Συμβουλίου»
Comments (0)
This thread has been closed from taking new comments.

