- ΟΕΛΜΕΚ
- 25 Σεπ 2025 - 08:29
Οι άλλες πραγματικότητες, η ψυχή και η εκστατική εμπειρία της εκπαίδευσης
ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΜΙΤΛΕΤΤΟΝ*
«Η ψυχή θα πρέπει να μένει πάντα μισάνοιχτη,
έτοιμη να καλωσορίσει την εκστατική εμπειρία».
Έμιλυ Ντίκινσον
Το άρθρο των Victor D. Cano, Edlyn Pacheco, Rohan B. Sonawane και Reza Boroon με τίτλο «Εικονική, επαυξημένη (augmented) και μεικτή πραγματικότητα στην εμπειρική μάθηση: προσαρμόζοντας εκπαιδευτικά παραδείγματα», που δημοσιεύθηκε στις αρχές του 2025, είναι ιδιαίτερα ελκυστικό όχι τόσο γιατί συγκεντρώνει τα συμπεράσματα των κυριότερων πηγών για τη συνεισφορά της σύγχρονης τεχνολογίας στην εμπειρική μάθηση, όσο γιατί γεννά έντονο προβληματισμό σε σχέση με την τεχνολογία γενικότερα και το πώς αυτή συναρτάται με την εξελιξιμότητα και εν τέλει την εξέλιξή μας.
Γιατί αφενός είναι παραδεκτό ότι η χρήση των τεχνολογιών αυτών (για παράδειγμα σε ιστορικές αναπαραστάσεις) ενεργοποιεί τη συμμετοχή, την αντίληψη, την αλληλεπίδραση, την κριτική σκέψη και ανάπτυξη των μαθητών μας και μπορεί έτσι να φέρνει επανάσταση στην εκπαίδευση προωθώντας μέσα από την απτική, οπτική, ακουστική ή συγκινησιακή εμπειρία την πραγματική γνώση, μολοντούτο οι προκλήσεις είναι πάμπολλες, παιδαγωγικές, τεχνικές, κοινωνικές. Το ίδιο και οι ανησυχίες.
Εν ολίγοις, πόση τεχνική και επιμορφωτική υποστήριξη χρειάζονται οι εκπαιδευτικοί για να εφαρμόσουν στη διδακτική πράξη τέτοιες τεχνολογίες; Πόσο μετρήσιμες και ελεγχόμενες μπορούν να είναι οι αντιδράσεις των μαθητών και τι διαστάσεις μπορεί να λάβει η εμπειρία τους; Πόσο εξατομικευμένη-ελεύθερη ή συλλογική-καθοδηγούμενη είναι μια τέτοια εμπειρία και πώς μπορεί πρακτικά να συνδεθεί με τα συγκεκριμένα μαθησιακά αποτελέσματα που επιδιώκουμε; Με λίγα λόγια, πώς μπορούν οι διαφορετικοί δρόμοι-τρόποι με τους οποίους ο καθένας βιώνει μοναδικά την εμπειρία να διοχετευτούν σε μια κεντρική λεωφόρο;
Αλλά προκύπτουν και βαθύτεροι προβληματισμοί και για κάποιους ενδοιασμοί: Πόσο έτοιμοι είμαστε εμείς να αφήσουμε τις παραδοσιακές μας μεθόδους και να επιτρέψουμε στους μαθητές μας να αφεθούν σε εμπειρίες που είναι πρωτόγνωρες και των οποίων την επενέργεια μπορεί να μην είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε ή να χαλιναγωγήσουμε; Γιατί η εμπειρία, λένε, και κατ’ επέκτασιν η μάθηση δι’ αυτής, είναι σαν πλεύση σε ανοιχτή θάλασσα. Κι αν εμείς είμαστε θαλασσοφοβικοί ή εμπειριοφοβικοί, για να μην πω προσκολλημένοι στη θεωρία, αποκλείουμε ένα μαγικό πεδίο δράσης και γνώσης από τους μαθητές μας.
Ύστερα είναι που δεν γνωρίζουμε αν η τεχνολογική εμπειρία επιφέρει τη συνοχή ή τη διάσπαση σε μια τάξη. Ούτε κατά πόσον περιορίζει η δεν περιορίζει τον χρήστη, είτε τον μαθητή είτε τον εκπαιδευτικό, στον ρόλο του παθητικού θεατή. Επιπλέον ενυπάρχει ο κίνδυνος να είναι επιφανειακή ή ανισότιμη και ανισομερής η ανάπτυξη των δύο σε ένα πρόγραμμα εικονικής πραγματικότητας που εφαρμόζεται στην τάξη. Να ωφελεί δηλαδή τον έναν και να εξουδετερώνει τον άλλον.
Έχω όμως την αίσθηση ότι οφείλουμε πρωτίστως να βρίσκουμε τρόπους να εξουδετερώνουμε τους κινδύνους και τους ενδοιασμούς μπροστά στις πολύτιμες μαθησιακές εμπειρίες που παίρνουν τα παιδιά μας και προκειμένου να τους τις παράσχουμε. Μπορούμε να το πράξουμε με επίγνωση, προγραμματισμό, χάρτες, πορεία πλεύσης και σημαδούρες. Όπως για παράδειγμα να διακρίνουμε τα όρια των πραγματικοτήτων, να τεκμηριώνουμε και να στηρίζουμε επιστημονικά τους κόσμους που ανοίγουμε για να μην είναι χοάνες αχαλίνωτης φαντασίας ή όπως να γνωρίσουμε τα εργαλεία που απελευθερώνουν την εμπειρία και την κάνουν ανοιχτή, χρηστική, ενεργητικά μαθησιακή, παρά ξένη, δοτή, κλειστή και επιφανειακά θεαματική.
Ας το παραδεχτούμε: Παρά τα διάφορα αλλά και τα γιατί, θέλουμε εδώ και χρόνια ενεργητικούς μαθητές για να τελεσφορήσουν οι εκπαιδευτικοί μας αγώνες και τούτο είναι το μόνιμο αίτημα και παράπονό μας. Αλλά ασκούμαστε εμείς στην ενεργοποίησή τους; Τα περιβάλλοντα στα οποία τους εμπλέκουν τέτοιες εμπειρίες μπορούν αναμφισβήτητα να τους ταξιδέψουν πέρα από τα όρια της τάξης-αίθουσας και της αντοχής, να ενισχύσουν όχι μόνο την παρατηρητικότητα, την κρίση, τη μνήμη, τη θετική εμπλοκή, αλλά και τη γενικότερη αντίληψή τους για τα πράγματα, ακόμα και για την ίδια τη γνώση. Προαπαιτούμενο είναι εμείς, στον νέο κόσμο που εξελίσσεται, να μάθουμε να είμαστε συνοδοιπόροι και όχι ουραγοί και βέβαια να μην ανοίγουμε τον δρόμο πηγαίνοντας μπροστά αλλά χωρίς να κοιτάζουμε πίσω.
Εξάλλου ο εμπειρικός κύκλος της μάθησης του Kolb, που θέτει τη γνώση στη βάση μιας δυνατής/ συγκροτημένης (concrete) και άμεσης εμπειρίας, μας δείχνει ότι πρέπει να γεφυρώσουμε το χάσμα ανάμεσα στη θεωρία και την πρακτική, την εμμεσότητα και την αμεσότητα, την παθητικότητα και την εμπλοκή στη γνώση χωρίς εμπόδια και έχουμε ακόμα πολύ δρόμο να διανύσουμε.
Χρειάζεται όμως να βλέπουμε μπροστά και να διακρίνουμε την αναγκαιότητα της προσφοράς μιας τέτοιας μάθησης στα παιδιά μας. Χρειάζεται κι «η ψυχή μας να μένει μισάνοιχτη, για να καλωσορίζει την εκστατική εμπειρία». Είναι άλλωστε δεδομένο και λυπηρό: η εμπειρία είτε σπανίζει είτε έχει πια χαθεί από την εκπαιδευτική πρακτική, παραμένει εντούτοις σημαντικότατη για την ίδια τη μάθηση και την απόκτηση διά βίου δεξιοτήτων.
Προπάντων στα δικά μας μαθήματα, όπου το χάσμα ανάμεσα στον βιωμένο κόσμο των μαθητών και τους κόσμους που διδάσκουμε είναι πολύ μεγαλύτερο και η ανάγκη για γέφυρες πολύ πιο επιτακτική, οι κόσμοι της τεχνολογίας μπορούν να γίνουν δρόμοι. Έπειτα ανοίγουν την ελκυστική προοπτική της εργαστηριοποίησης των μαθημάτων μας, με την έννοια της εισαγωγής επιτέλους σε αυτά της μαγείας της περιέργειας, της παρατήρησης και του πειράματος, της συγκίνησης και της διασκέδασης, του οικείου και του αληθινού, της αίσθησης και της δράσης. Οι ανθρωπιστικές σπουδές το χρειάζονται τούτο απελπισμένα, όσο ένα γεροντικό κι εξασθενημένο, μολονότι αγαπημένο, κορμί χρειάζεται σφυγμό και ανάσα για να ζωντανέψει.
*Φιλόλογος
Λύκειο Αγίου Νεοφύτου
Comments (0)
This thread has been closed from taking new comments.

