- Πανεπιστήμιο Philips
- 28 Οκτ 2020 - 10:17
Τα προσωπικά δεδομένα ως συμβατική αντιπαροχή
- Η ρύθμιση του άρθρου 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/770 για την προμήθεια ψηφιακών παροχών
ΤΟΥ ΔΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΕΒΕΡΤΖΗ*
Στην καθημερινή ψηφιακή συναλλακτική πρακτική μία σειρά υπηρεσιών ευρείας χρήσης (π.χ. μηχανές αναζήτησης στο διαδίκτυο, υπηρεσίες παροχής ηλεκτρονικού ταχυδρομείου κ.λ.π.), καθώς και άλλα, ψηφιακά αγαθά είθισται να παρέχονται στους καταναλωτές “ελεύθερα”, ήτοι δίχως την υποχρέωση καταβολής χρηματικού ή άλλου ανταλλάγματος από την πλευρά τους. Δισεκατομμύρια χρήστες ηλεκτρονικής αλληλογραφίας για παράδειγμα, συνδέονται στην ηλεκτρονική θυρίδα τους και πραγματοποιούν αποστολές και λήψεις μηνυμάτων, δίχως να πληρώνουν συνδρομή στον πάροχο της σχετικής ψηφιακής υποδομής. Μοναδικός όρος για την απρόσκοπτη χρήση αυτής συνιστά συχνότατα μόνο η συναίνεση στην πρόσβαση και στην επεξεργασία ορισμένων προσωπικών τους δεδομένων. Η συναίνεση στην εν λόγω πρόσβαση ή η συμφωνία με τους όρους χρήσης συγκεκριμένης ψηφιακής παροχής (είτε πρόκειται για ψηφιακό αγαθό, είτε για υπηρεσία) αντιμετωπίζονται όμως ως μεγέθη νομικά διάφορα και αυτοτελώς αξιολογήσιμα σε σχέση με την προμήθεια της παροχής, η οποία εξακολουθεί να παρέχεται άνευ ανταλλάγματος. Παρά τον “ευδαιμονισμό” που η έλλειψη υποχρέωσης καταβολής ανταλλάγματος πιθανώς να προκαλεί στους καταναλωτές, στην πραγματικότητα ενέχει τον κίνδυνο της φαλκίδευσης των συμφερόντων τους. Τούτο, διότι - πέραν των ζητημάτων που άπτονται της επεξεργασίας των δεδομένων - ο άνευ ανταλλάγματος χαρακτήρας της παροχής φαλκιδεύει την εφαρμογή της νομοθεσίας για τις καταναλωτικές συμβάσεις και την προστασία των καταναλωτών, αφού συχνά η δωρεάν παραχώρηση θεωρείται ότι δεν εμπίπτει στο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής της καταναλωτικής νομοθεσίας. Από άποψη νομική, τούτη η συναίνεση νοείτο συνηθέστατα ως ανεξάρτητη από την παροχή των υπηρεσιών στους καταναλωτές, παρά τη μάλλον προφανή - από οικονομικής πλευράς - σύνδεση τους.[1] Για το λόγο αυτό, στην επιστήμη του δικαίου[2] είχαν ήδη διατυπωθεί προβληματισμοί για την αρτιότητα της συγκεκριμένης αντιμετώπισης.
Το εν τοις πράγμασι δημιουργούμενο έλλειμμα προστασίας δεν διέλαθε την προσοχή του Ενωσιακού νομοθέτη. Έτσι, στις πρόσφατες Οδηγίες για το νέο δίκαιο της πώλησης και της προμήθειας ψηφιακών παροχών [Οδηγίες (ΕΕ) 2019/770 & 2019/771] και συγκεκριμένα, στη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 εδ. β’ της Οδηγίας προβλέπεται ότι “…Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται επίσης όταν ο έμπορος προμηθεύει ή αναλαμβάνει την υποχρέωση να προμηθεύσει ψηφιακό περιεχόμενο ή ψηφιακή υπηρεσία στον καταναλωτή και ο καταναλωτής παρέχει ή αναλαμβάνει την υποχρέωση να παράσχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στον έμπορο, εξαιρουμένης της περίπτωσης όπου τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που παρέχει ο καταναλωτής υποβάλλονται σε επεξεργασία από τον έμπορο αποκλειστικά για την προμήθεια του ψηφιακού περιεχομένου ή της ψηφιακής υπηρεσίας σύμφωνα με την παρούσα οδηγία ή προκειμένου ο έμπορος να συμμορφωθεί προς τις νομικές απαιτήσεις στις οποίες υπόκειται, και ο έμπορος δεν επεξεργάζεται τα δεδομένα αυτά για οποιονδήποτε άλλον σκοπό”. Έτσι, για πρώτη φορά στα χρονικά του Ενωσιακού δικαίου καθιερώνεται διάταξη που να εξομοιώνει τη συμβατική μεταχείριση της πρόσβασης και της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, με εκείνη του χρηματικού ανταλλάγματος. Η ιδέα της εξομοίωσης της θεώρησης της παροχής προσωπικών δεδομένων με τη χρηματική αντιπαροχή στις καταναλωτικές συμβάσεις δεν είναι άγνωστη στο Ενωσιακό δίκαιο. Στην Πρόταση σχετικά με τη θέσπιση κοινού ευρωπαϊκού δικαίου των πωλήσεων - η οποία εν τέλει αποσύρθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή[3] - η ιδέα της ίσης μεταχείρισης χρημάτων και προσωπικών δεδομένων εκφράστηκε ήδη σε μια αιτιολογική σκέψη.[4]
Όπως προκύπτει από τη διατύπωση της διάταξης και σε αντίθεση με την αρχική της μορφή στην Πρόταση της επιτροπής, σχετικά με την έκδοση της Οδηγίας[5], ο Ενωσιακός νομοθέτης αποφεύγει να χαρακτηρίσει ευθέως την παροχή των δεδομένων ως “αντιπαροχή”. Η τροποποίηση της προταθείσας διατύπωσης - σε ακολουθία και της σφοδρής κριτικής του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων (ΕΕΠΔ)[6] - έχει, εντούτοις, μάλλον συμβολικό χαρακτήρα. Ο ρόλος της εξικνείται πιθανώς στην αποθάρρυνση της ενδεχόμενης περαιτέρω εμπορευματοποίησης των προσωπικών δεδομένων και της έκφρασης της απερίφραστης σχετικά βούληση της Ένωσης, δίχως να αλλοιώνει σε επίπεδο δογματικό τη ρυθμιστική εμβέλεια της διάταξης. Αντίθετα, ουσιαστικότατη υπήρξε η διεύρυνση της εφαρμογής των ρυθμίσεων της Οδηγίας σε ό,τι αφορά τα προσωπικά δεδομένα που εγκολπώνεται η νέα ρύθμιση, καθώς σε αυτά συμπεριλαμβάνονται και τα “παθητικώς” συλλεγόμενα δεδομένα, ήτοι σε περιπτώσεις που ο προμηθευτής της ψηφιακής παροχής συλλέγει πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η διεύθυνση IP ή άλλες πληροφορίες που δημιουργούνται αυτόματα, όπως οι πληροφορίες που συλλέγονται και διαβιβάζονται διαμέσου ορισμένου «cookie», χωρίς να τις παρέχει ενεργά ο καταναλωτής, ακόμη και στις περιπτώσεις που ο καταναλωτής αποδέχεται το «cookie». Τούτες οι περιπτώσεις αρχικά εξαιρούνταν από το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας.[7]
Το ερώτημα που αυτονόητα τίθεται, τόσο από τον ερμηνευτή του δικαίου, όσο και από κάθε υποκείμενο δικαίου εν γένει, ενόψει και της πολυσυζητημένης εσχάτως προβληματικής της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει του Κανονισμού (EE) 2016/679 (GDPR). Στο βαθμό που το άρθρο 3 της Οδηγίας εδράζεται κατά τα ανωτέρω στην παραδοχή ότι ο καταναλωτής συναινεί κατ’ αρχήν στην παροχή και επεξεργασία των δεδομένων του από τον προμηθευτή η διάταξη φαίνεται να συμβαδίζει πλήρως και να μη γεννά ερμηνευτικά ζητήματα και δη να μην είναι ανακόλουθο, ως προς τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 εδ. α’ του Κανονισμού 2016/679, αναφορικά με το σύννομο της επεξεργασίας.. Εντούτοις, μια ενδελεχέστερη προσέγγιση της περιπτωσιολογίας των συναλλακτικών επαφών καταδεικνύει ότι χρειάζονται λεπτότερες σταθμίσεις. Για παράδειγμα, ένα από τα ερωτήματα που - μεταξύ άλλων - τίθενται, το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο μία τυχόν μη έγκυρη παροχή συναινέσεως θα απέκλειε και την εφαρμογή του άρθρου 3 της Οδηγίας, αφού ο GDPR προϋποθέτει έγκυρη παροχή συναίνεσης, οπότε και ενδεχόμενη εφαρμογή της Οδηγίας θα ερχόταν σε προφανή αντίθεση με τις διατάξεις του τελευταίου. Αν ωστόσο γίνει δεκτή η εν λόγω ερμηνευτική θέση, τότε ο υπεύθυνος επεξεργασίας των δεδομένων του καταναλωτή θα επωφελείτο από την έλλειψη συμμόρφωσης στα προαπαιτούμενα του GDPR. Τούτο, διότι η παραβίαση των κανόνων του τελευταίου θα συνεπέφερε και απαλλαγή του προμηθευτή από τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της οδηγίας, αποστερώντας ταυτόχρονα τον καταναλωτή - υποκείμενο των δεδομένων από τα αντίστοιχα δικαιώματα του.[8] Είναι προφανές όμως ότι αυτή η αποστέρηση έρχεται σε αντίθεση με τη στοχοθεσία και το σκοπό της Οδηγίας. Η βαθύτερη ανάλυση των αντίστοιχων προβληματικών και η αξιοποίηση παραδοσιακών δογματικών και μεθοδολογικών εργαλείων των εθνικών δικαίων των κρατών-μελών της Ένωσης[9], είναι έτσι αναπόδραστη.
Η Οδηγία 2019/770/ΕΕ στοχεύει στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών στο πλαίσιο των ποικίλων συμβάσεων για την παροχή ψηφιακού περιεχομένου και υπηρεσιών που συνάπτουν, καθώς και στην αύξηση της ασφάλειας δικαίου και τη μείωση του κόστους συναλλαγής των σχετικών πρακτικών. Υπό το πρίσμα τούτο θα πρέπει να οράται και ερμηνεύεται η θεώρηση των προσωπικών δεδομένων, ως συμβατικού ανταλλάγματος στις συμβάσεις που υπάγονται στη ρυθμιστική εμβέλεια της Οδηγίας. Με αφετηρία τη διαπίστωση ότι καθημερινά οι καταναλωτές ψηφιακών παροχών συναινούν στην παροχή και επεξεργασία των προσωπικών τους δεδομένων από τρίτους και μετέχουν σε πρακτικές εμπορευματοποίησης τους, η Οδηγία επιχειρεί αντί ενός μάλλον στείρου προσανατολισμού στη δογματική απολυτότητα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων να εστιάσει σε παγιωμένες πρακτικές και στη δυναμική των οικονομικών σχέσεων, αποσκοπώντας στην αποτελεσματικότερη προστασία των καταναλωτών, ήτοι των ίδιων υποκειμένων των προσωπικών δεδομένων. Η καινοφανής τούτη νομοθετική οπτική υπερακοντίζει μεν την ως τώρα κρατούσα αντίληψη περί προστασίας των προσωπικών δεδομένων, απέχει ωστόσο παρασάγγας από το να μπορεί να εκληφθεί ως άνοιγμα “του ασκού του Αιόλου” ή ως ‘’κερκόπορτα’’ για την απομείωση της έννομης προστασίας τους ή τη σταδιακή εμπορευματοποίηση τους: Στον αντίποδα, επιχειρεί τη διάχυση και την εμβάθυνση της προστασίας των υποκειμένων των δεδομένων, επισημαίνοντας κυρίαρχες τάσεις της αγοράς και σχεδόν παγιωθείσες πρακτικές του συναλλακτικού βίου, που απαιτούν δημιουργικές νομοθετικές και ερμηνευτικές του δικαίου προσεγγίσεις. Τομείς άκρως ευαίσθητοι, όπως η προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα συνιστούν “καταφύγιο” των υποκειμένων δικαίου και όχι “κρησφύγετο’’ για την εν τέλει υπονόμευση τους, διαμέσου ατελέσφορων προσκολλήσεων στο δογματικές ρυθμίσεις, που παραγνωρίζουν τη δυναμική εξέλιξη των συναλλαγών και τις εξ αυτής αναφυόμενες νέες ανάγκες.
[1] Η δωρεάν παροχή των ψηφιακού περιεχομένου υπηρεσιών στους καταναλωτές από τους προμηθευτές τούτων αντισταθμίζεται οικονομικά από τα κέρδη τους εκ της διάθεσης διαφημιστικού χώρου σε τρίτους-επαγγελματίες, με τη σύναψη αντίστοιχων επαγγελματικού χαρακτήρα, συμβάσεων. Η διάθεση διαφημιστικού χώρου, εντούτοις, δεν είναι λειτουργικά ανεξάρτητη από τα δεδομένα των καταναλωτών στην επεξεργασία των οποίων δύνανται να προβαίνουν οι προμηθευτές, καθόσον μέσα από αυτή προκύπτουν συνήθειες, προτιμήσεις και “τάσεις συμπεριφοράς” των καταναλωτών, με καταλυτική οικονομική σημασία για τους διαφημιζόμενους-τρίτους.
[2] Βλ. Μεταξύ άλλων Βräutigam, ‘Das Nutzungsverhältnis bei sozialen Netzwerken - Zivilrechtlicher Austausch von IT- Leistung gegen personenbezogene Daten’ [2012] 15(10) MMR 635; Buchner, ‘Die Einwilligung im Datenschutzrecht – vom Rechtfertigungsgrund zum Kommerzialisierungsinstrument’ [2012] 34(1) DuD 39, 41; Rogosch, Die Einwilligung Im Datenschutzrecht (Nomos 2013), 41-46.
[3] Βλ. Metzger, „A Market Model for Personal Data: State of the Play under the New Directive on Digital Content and Digital Services“, Working Paper No. 8 des Forschungsinstituts für Recht und digitale Transformation (2019), 1.
[4] Βλ. Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ σχετικά με τη θέσπιση κοινού ευρωπαϊκού δικαίου των πωλήσεων /* COM/2011/0635 τελικό - 2011/0284 (COD)/8), Αιτιολογική Σκέψη 18: “Το ψηφιακό περιεχόμενο συχνά παρέχεται χωρίς την καταβολή συγκεκριμένου τιμήματος αλλά σε συνδυασμό με χωριστά πληρωμένα αγαθά ή υπηρεσίες, συνεπαγόμενο μη χρηματική αντιπαροχή όπως η παροχή πρόσβασης σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή η δωρεάν πρόσβαση στο πλαίσιο στρατηγικής εμπορικής προώθησης βάσει της προσδοκίας ότι ο καταναλωτής θα αγοράσει επιπρόσθετα ή πιο εξελιγμένα προϊόντα ψηφιακού περιεχομένου σε μεταγενέστερο στάδιο. Ενόψει αυτής της ιδιαίτερης διάρθρωσης της αγοράς και του γεγονότος ότι το ελαττωματικό ψηφιακό περιεχόμενο μπορεί να ζημιώσει τα οικονομικά συμφέροντα των καταναλωτών, ανεξάρτητα από τις συνθήκες προμήθειας αυτού του περιεχομένου, η δυνατότητα εφαρμογής του κοινού ευρωπαϊκού δικαίου των πωλήσεων δεν θα πρέπει να εξαρτάται από το κατά πόσον έχει καταβληθεί τίμημα για το συγκεκριμένο ψηφιακό περιεχόμενο”.
[5]Βλ. Άρθρο 3: παρ. 1 της Πρότασης σχετικά με ορισμένες πτυχές που αφορούν τις συμβάσεις για την προμήθεια ψηφιακού περιεχομένου (COM(2015) 634 final): “Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε κάθε σύμβαση με την οποία ο προμηθευτής προμηθεύει ψηφιακό περιεχόμενο στον καταναλωτή, ή αναλαμβάνει την υποχρέωση να το πράξει, και σε αντάλλαγμα του οποίου ο καταναλωτής καταβάλλει τίμημα ή παρέχει ενεργά μη χρηματική αντιπαροχή υπό τη μορφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή οποιωνδήποτε άλλων δεδομένων”.
[6] Βλ. European Data Protection Supervisor, Opinion 4/2017 4/2017 on the Proposal for a Directive on certain aspects concerning contracts for the supply of digital content (https://edps.europa.eu/sites/edp/files/publication/17-03-14_opinion_digital_content_en.pdf)
[7] Βλ. COM (2015) 634 (final), Αιτιολογική Σκέψη 14.
[8] Βλ. Mischau, ‘Daten als “Gegenleistung” im neuen Verbrauchervertragsrecht’ (n 15) 4.
[9] Πρβλ. Metzger, όπ. π., 6.
*Λέκτορας,
Τμήμα Νομικής
Σχολής Νομικών, Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Σπουδών
Comments (0)
This thread has been closed from taking new comments.

