- ΠΟΕΔ
- 15 Φεβ 2026 - 17:16
Το σύστημα διορισμών εκπαιδευτικών, ένα σαράκι που μας τρώει
ΤΟΥ ΣΤΕΛΙΟΥ ΟΔΥΣΣΕΩΣ*
Το σύστημα διορισμών των εκπαιδευτικών στην Κύπρο αποτελεί ένα από τα πιο μακροχρόνια και ταυτόχρονα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα της εκπαιδευτικής πολιτικής. Όχι μόνο επειδή καθορίζει ποιοι και πώς στελεχώνουν το δημόσιο σχολείο, αλλά κυρίως επειδή αποτυπώνει τη σχέση της Πολιτείας με τους ανθρώπους που καλούνται να υπηρετήσουν τη δημόσια εκπαίδευση. Και αυτή η σχέση, διαχρονικά, χαρακτηρίζεται περισσότερο από δισταγμούς, καθυστερήσεις και μισές αποφάσεις, παρά από στρατηγική συνέπεια και θεσμική ευθύνη.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, οι διορισμοί ρυθμίζονταν κυρίως μέσω κανονισμών και όχι μέσα από ένα σταθερό και σύγχρονο νομοθετικό πλαίσιο. Οι πρώτοι Κανονισμοί Διορισμών του 1972 καθιέρωσαν ως βασικό κριτήριο τον χρόνο απόκτησης του πτυχίου, οδηγώντας στη δημιουργία των Πινάκων Διοριστέων. Το σύστημα αυτό, παρά τις εγγενείς αδυναμίες του, λειτούργησε για δεκαετίες ως ο βασικός μηχανισμός εισόδου στο δημόσιο σχολείο. Ένα σύστημα απλό στη σύλληψη, με εμφανείς αδυναμίες, αλλά με δύο κρίσιμα πλεονέκτηματα, τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα. Οι εκπαιδευτικοί γνώριζαν ότι η Πολιτεία, αργά ή γρήγορα, θα τηρούσε μια σειρά προτεραιότητας. Η κρίση του 1986, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε τους Πίνακες, οδήγησε στην ψήφιση του Νόμου 180/1987, με τον οποίο η Πολιτεία επανέφερε νομοθετικά το σύστημα, επιβεβαιώνοντας τη σειρά προτεραιότητας με βάση το έτος κτήσης του τίτλου σπουδών.
Κατά τις επόμενες δεκαετίες, καταγράφηκαν αλλεπάλληλες απόπειρες μεταρρύθμισης, χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα. Παρά τις επανειλημμένες συζητήσεις για αλλαγή, παρά τις εκθέσεις, τις εισηγήσεις και τις εξαγγελίες, το κράτος για δεκαετίες δεν μπόρεσε να καταλήξει σε μια συνολική, κοινωνικά δίκαιη και λειτουργική μεταρρύθμιση. Προτάσεις για αξιοκρατικά κριτήρια, εξετάσεις ή περιορισμό της αρχαιότητας αν και συζητήθηκαν επανειλημμένα, είτε απορρίφθηκαν είτε παρέμειναν στα χαρτιά.
Η αλλαγή ήρθε τελικά το 2015, με την ψήφιση του Νόμου 127(Ι)/2015, όπου έγινε μια ουσιαστική τομή, η γραπτή εξέταση εισήχθη ως βασικό κριτήριο διορισμού. Παρουσιάστηκε ως τομή αξιοκρατίας, ως απάντηση στις παθογένειες του παρελθόντος, ως αναγκαίος εκσυγχρονισμός. Για να αμβλυνθούν οι κοινωνικές και εργασιακές συνέπειες, θεσμοθετήθηκε ένα τεράστιο μεταβατικό στάδιο δέκα χρόνων, με τη συνύπαρξη των δύο πινάκων, από το 2017 μέχρι το 2027. Στην πράξη, όμως, το μεταβατικό στάδιο εξελίχθηκε σε μόνιμο καθεστώς ανασφάλειας για όλους τους συναδέλφους, διορίσιμους και διοριστέους.
Δύο πίνακες, δύο λογικές, δύο κόσμοι. Από τη μία, εκπαιδευτικοί με πολυετή υπηρεσία, εμπειρία και επένδυση ζωής στο δημόσιο σχολείο και από την άλλη, ένα εξετασιοκεντρικό σύστημα που απαιτεί συνεχή επαναπιστοποίηση, ανακατατάξεις και διαρκή ανταγωνισμό. Οι εξετάσεις δεν λειτούργησαν ως φίλτρο ποιότητας, αλλά ως μηχανισμός άγχους, αβεβαιότητας και συχνά αμφισβήτησης της αξιοπιστίας τους. Το αποτέλεσμα ήταν ένα υβριδικό σύστημα που δεν απέδωσε ούτε αξιοκρατία ούτε ασφάλεια.
Ακόμη πιο προβληματικό είναι το γεγονός ότι οι στρεβλώσεις αυτές δεν περιορίζονται στο παρόν. Αντίθετα, με ορίζοντα το 2027, απειλούν να διογκωθούν. Η προβλεπόμενη κατάργηση των Πινάκων Διοριστέων δεν λαμβάνει υπόψη την πραγματική λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος. Ήδη, τα τελευταία χρόνια, αποδεικνύεται στην πράξη ότι ο Πίνακας Διορισίμων δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες στελέχωσης των σχολείων. Η εμπειρία των πρόσφατων σχολικών χρονιών, όπου η στελέχωση βασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στον Πίνακα Διοριστέων, είναι αδιάψευστος μάρτυρας.
Η προοπτική του 2027, όπως διαμορφώνεται σήμερα, δεν προμηνύει εξορθολογισμό αλλά περαιτέρω κρίση. Κρίση υποστελέχωσης, κρίση απώλειας εμπειρίας, κρίση εμπιστοσύνης προς το κράτος. Χιλιάδες συνάδελφοι κινδυνεύουν να βρεθούν εκτός συστήματος, όχι λόγω ανεπάρκειας, αλλά λόγω θεσμικών επιλογών που αγνοούν τη συνέχεια και την πραγματικότητα της σχολικής ζωής. Και όλα αυτά σε μια εποχή που διεθνώς καταγράφεται έλλειψη εκπαιδευτικών και μειωμένο ενδιαφέρον των νέων για το επάγγελμα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πρόσφατη πρόσκληση του ΥΠΑΝ σε σύσκεψη με τις εκπαιδευτικές οργανώσεις δεν μπορεί να ιδωθεί ως ένδειξη πρωτοβουλίας, αλλά ως καθυστερημένη παραδοχή. Το γεγονός ότι το Υπουργείο ζητά σήμερα τις θέσεις των οργανώσεων σημαίνει ότι το πρόβλημα δεν μπορεί πια να αποσιωπηθεί. Όμως η εικόνα ενός ΥΠΑΝ χωρίς σαφή πρόταση, χωρίς επεξεργασμένο σχέδιο και χωρίς χρονοδιάγραμμα, γεννά εύλογους προβληματισμούς. Πρόκειται για πραγματική θεσμική ανετοιμότητα ή για μια συνειδητή στρατηγική καθυστέρησης, ώστε οι αποφάσεις να μετατεθούν στο μέλλον, όταν τα περιθώρια θα είναι ακόμη στενότερα;
Σε αυτό το θολό τοπίο, οι θέσεις της ΠΟΕΔ (και των υπολοίπων εκπαιδευτικών οργανώσεων) φαίνεται να αποτελούν ίσως τη μοναδική σταθερή πυξίδα. Η επιμονή στη μη θυματοποίηση εκπαιδευτικών με υπηρεσία, η διατήρηση του Πίνακα Διοριστέων και μετά το 2027 και η ουσιαστική διόρθωση των στρεβλώσεων του Νέου Συστήματος δεν συνιστούν άρνηση της αλλαγής. Συνιστούν απαίτηση για μια αλλαγή με λογική, μέτρο και κοινωνική ευθύνη. Για μια μεταρρύθμιση που δεν θα ακυρώνει ανθρώπινες διαδρομές ούτε θα τιμωρεί την εμπειρία.
Το πραγματικό στοίχημα δεν είναι αν θα επικρατήσει ο ένας ή ο άλλος κατάλογος. Είναι αν η Πολιτεία θα επιλέξει να δει τη δημόσια εκπαίδευση ως ζωντανό οργανισμό ή ως αριθμητικό πρόβλημα. Αν θα προλάβει τις συνέπειες ή θα τις διαχειριστεί εκ των υστέρων. Αν θα πάρει αποφάσεις πριν το 2027 ή αν θα αφήσει το σύστημα να καταρρεύσει για να δηλώσει, τότε, ότι «δεν υπήρχε άλλη επιλογή».
Και σε αυτό το ερώτημα, ο χρόνος δεν είναι ουδέτερος. Είναι ήδη εναντίον μας.
*Γενικός Γραμματέας ΠΑΔΕΔ - Πρωτοπορία
Comments (0)
This thread has been closed from taking new comments.

