Το χρονικό μιας προαναγγελθείσας κατάρρευσης που απαιτεί άμεσες λύσεις

Το χρονικό μιας προαναγγελθείσας κατάρρευσης που απαιτεί άμεσες λύσεις

ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ*

Η πρόσφατη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων[1] για το νέο σύστημα διορισμών στην εκπαίδευση αποτελεί την αδιαμφισβήτητη επιβεβαίωση μιας σκληρής πραγματικότητας, την οποία βιώνουν εκατοντάδες συνάδελφοι και συναδέλφισσες εδώ και αρκετά έτη. Για ακόμη μία φορά αξιόλογοι επιστήμονες υποβλήθηκαν σε μια διαδικασία επώδυνη και ψυχοφθόρα στην οποία κλήθηκαν ουσιαστικά να αποδείξουν τα αυτονόητα ως εάν τα πτυχία και η πολυετής προϋπηρεσία τους να στερούνται οποιασδήποτε αξίας. Η προσεκτική ανάλυση των στατιστικών στοιχείων του 2025 αρκεί για να αναδείξει αυτό που υπογραμμίζεται εδώ και σχεδόν μια δεκαετία. Πως το σύστημα είναι γεμάτο στρεβλώσεις, με αποτέλεσμα να οδηγεί τους λειτουργούς της εκπαίδευσης στη ματαίωση.

Οι στρεβλώσεις του συστήματος εντοπίζονται πρωτίστως στην προβληματική στάθμιση της βαθμολογίας η οποία εδράζεται στην ακατανόητα δύσκολη σειρά εξετάσεων του 2017 η οποία οδήγησε σε μαζική αποτυχία και έκτοτε καθορίζει με στρεβλό τρόπο τα αποτελέσματα όλων των επόμενων σειρών εξετάσεων. Η αποτυχημένη εκείνη εξεταστική διαδικασία αποτελεί το λανθασμένο μέτρο σύγκρισης, που οδηγεί σε τεχνητή αποτυχία μεγάλο αριθμό ειδικοτήτων και κλάδων, υπονομεύοντας την αξιοπιστία ολόκληρου του θεσμού. Τα υπερβολικά δύσκολα δοκίμια που επιλέγονται, λειτουργούν ως ένα αυστηρό φίλτρο το οποίο εστιάζει κυρίως στην απομνημόνευση και την ταχύτητα απάντησης και όχι στην ουσιαστική παιδαγωγική ικανότητα που απαιτείται στην καθημερινή διδακτική πράξη. Επιπλέον αποτελεί μείζον πρόβλημα η ακύρωση της αξίας των ακαδημαϊκών τίτλων και της εμπειρίας, καθώς η εξέταση μετατρέπεται σε βαρύνουσας σημασίας κριτήριο επιτυχίας. Η επαναλαμβανόμενη αυτή διαδικασία, η οποία έχει τον κίνδυνο ανακατατάξεων στη σειρά στον κατάλογο με ό,τι αυτό  συνεπάγεται, δημιουργεί μια εξουθενωτική ψυχολογική και οικονομική επιβάρυνση για τους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι εγκλωβίζονται σε έναν φαύλο κύκλο ανασφάλειας και εξόδων την ίδια ώρα που ορισμένοι θησαυρίζουν στην πλάτη τους.

Είναι πραγματικά οξύμωρο να θεωρείται από την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας ότι έχουν εκπονηθεί αξιόπιστα διαγνωστικά εργαλεία, όταν τα αποτελέσματα δείχνουν πως η συντριπτική πλειονότητα των υποψηφίων κρίνεται ατυχώς, ως μη ικανή. Τα αριθμητικά δεδομένα της τρέχουσας εξεταστικής διαδικασίας είναι αποκαλυπτικά, καθώς το ποσοστό επιτυχίας στους δασκάλους περιορίστηκε στο ισχνό 13,29% ενώ στους φιλολόγους η κατάσταση είναι ακόμη πιο δραματική με το ποσοστό να κατρακυλά στο 6,78%. Συγκεκριμένα έχουν επιτύχει μόλις 129 δάσκαλοι και 46 μαθηματικοί, ενώ στους φιλολόγους ο αριθμός περιορίζεται στους  23 επιτυχόντες[2]. Τα στοιχεία αυτά μαρτυρούν μια παταγώδη αποτυχία των εξεταστικών δοκιμίων και όχι των ίδιων των επιστημόνων, διότι είναι αδύνατον να θεωρηθεί πως ολόκληρες γενιές ακαδημαϊκά καταρτισμένων ανθρώπων στερούνται βασικών γνώσεων. Παρά την τραγική αυτή εικόνα, το Υπουργείο επιλέγει να εθελοτυφλεί και να αποφεύγει τον ουσιαστικό διάλογο εμμένοντας σε μια πολιτική που οδηγεί μαθηματικά το καράβι της παιδείας στα βράχια.

Παράλληλα ακέραιη την ευθύνη φέρει το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων, οι οποίες και λόγω προεκλογικών σκοπιμοτήτων, επέλεξαν πολύ βολικά να μην ασκήσουν την απαιτούμενη πίεση προς την Εκτελεστική Εξουσία, ώστε να κατατεθεί στη Βουλή η απαραίτητη πρόταση για τη διόρθωση του στρατηγικού σφάλματος που έλαβε χώρα το 2015. Είναι πλέον προφανές πως η πολιτική ηγεσία αποφεύγει να αναλάβει το βάρος των λανθασμένων αποφάσεων του παρελθόντος, οι συνέπειες των οποίων διογκώνονται διαρκώς και υπονομεύουν το μέλλον της εκπαίδευσης.

Η διατήρηση του καταλόγου διοριστέων δεν αποτελεί πλέον μια απλή εισήγηση προς συζήτηση, αλλά μια επιτακτική ανάγκη που έπρεπε να είχε τροχοδρομηθεί προ πολλού, ώστε να διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία των σχολικών μονάδων. Αν δεν υπάρξει άμεση και δραστική αλλαγή πλεύσης, το 2027 τα σχολεία μας θα βρεθούν αντιμέτωπα με το φάσμα της υποστελέχωσης καθώς το παρόν σύστημα αποτυγχάνει να τροφοδοτήσει την εκπαίδευση με το απαραίτητο έμψυχο δυναμικό. Ο εξαιρετικά μικρός αριθμός των επιτυχόντων καταδεικνύει πως το 2027 δεν θα υπάρχουν εκπαιδευτικοί για να στελεχώσουν τις σχολικές μονάδες, γεγονός που προκαλεί έντονη ανησυχία για το μέλλον του Δημόσιου Σχολείου.

Σε κάθε περίπτωση, εκείνοι κι εκείνες κατάφεραν να επιτύχουν μέσα σε αυτό το αντίξοο περιβάλλον, αξίζουν συγχαρητηρίων. Πρόκειται για άθλο, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς τις αντίξοες συνθήκες της όλης διαδικασίας. Όμως το πιο ηχηρό μήνυμα ανήκει σε εκείνους που δεν τα κατάφεραν. Η επάρκεια και η προσωπικότητα κανενός εκπαιδευτικού δεν μπορούν να ακυρωθούν από μια αποτυχία σε εξετάσεις που έχουν σχεδιαστεί με τόσο προβληματικό τρόπο. Μετά από σχεδόν 10 χρόνια χρόνια εφαρμογής του νέου συστήματος, είναι σαφές πως υπάρχει θέμα εγκυρότητας των δοκιμίων. Η ευθύνη και η ντροπή βαραίνουν αποκλειστικά εκείνους που δημιούργησαν και συντηρούν αυτό το οικοδόμημα.

Η ΠΟΕΔ οφείλει να αναλάβει την ηθική και συνδικαλιστική υποχρέωση να ασκήσει κάθε δυνατή πίεση, ώστε να ανοίξει άμεσα ο διάλογος για τη ριζική διόρθωση των αδικιών. Τα ψέματα τελείωσαν και τα αποτελέσματα του 2025 μιλούν πλέον από μόνα τους, απαιτώντας πράξεις και όχι άλλες δικαιολογίες.

*Γενικός Γραμματέας Α.Κί.ΔΑ., Β. Γενικός Γραμματέας ΠΟΕΔ

Tags ΜΙΧΑΛΗ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ, ΧΡΟΝΙΚΟ, ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗΣ, ΑΜΕΣΕΣ ΛΥΣΕΙΣ, ΝΕΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΟΡΙΣΜΩΝ

Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.