- Εκπαίδευση
- 03 Νοε 2025 - 14:26
Υστερόβουλοι εραστές της κυπριακής διαλέκτου
ΤΗΣ ΔΑΝΑΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ*
Με αφορμή δύο ανακοινώσεις από την ιστοσελίδα του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου (ΤΕΠΑΚ), θα διατυπώσουμε κάποιες σκέψεις σε σχέση με την προσπάθεια που γίνεται από κάποιους για τυποποίηση της γραπτής απόδοσης της κυπριακής διαλέκτου, όπως και γενικότερα για την προσπάθεια για ενίσχυση της χρήσης της διαλέκτου εις βάρος της νεοελληνικής κοινής και για δημιουργία αντιπαλότητας μεταξύ των δύο αυτών μορφών της νέας ελληνικής.
1η περίπτωση: Σε ημερίδα περιβαλλοντολογικού χαρακτήρα που διοργανώθηκε τον περασμένο Μάρτιο, όπως αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση, δόθηκε ο τίτλος «Σάστα τζαι γύρασειν».
Τύπος «σάστα» στην ελληνική γλώσσα δεν υπάρχει. Αποτελεί προφανώς τη συγχώνευση (ύτερα από αποκοπή), σε μία λέξη, της προστακτικής του ρήματος σάζω, δηλαδή του (ι)σιάζω (: κάνω κάτι ίσιο, ευθύ, και, κατά μεταφορά, διορθώνω κάτι), που συναντάται σε διάφορες διαλέκτους / ιδιώματα (Κρήτης, Λευκάδας κτλ), και της αντωνυμίας τα. Ο συντάκτης του τίτλου αποφάσισε αυθαίρετα να τα ενώσει σε μία λέξη, ενώ η ορθή γραφή έπρεπε να είναι: σάσ’ τα. Περισσότερη απορία, αλλά και γέλωτα, προκαλεί ο τύπος «γύρασειν», τον οποίο δεν γνωρίζω αν πρέπει να αποδώσω σε άγνοια ή σε κάποια πρόθεση. Σε μία μόνο λέξη έχουμε τρία ορθογραφικά λάθη, αφού η ορθή γραφή στην κυπριακή διάλεκτο είναι «εγείρασιν». Πρόκειται για τον αόριστο του ρήματος γέρνω (δηλαδή έγειρα, με -ει-, όχι με -υ-) με την αύξηση (ε-) και με την κατάληξη -σιν του γ΄ πληθυντικού. Σημειωτέον ότι, τόσο η διατήρηση της συλλαβικής αύξησης σε όλα τα πρόσωπα στους παρελθοντικούς χρόνους (ακόμα και στους τύπους οι οποίοι δεν τονίζονται: εγράψαμεν, εγράψετε) όσο και η κατάληξη του γ΄ πληθυντικού (γράφουσιν), αποτελούν δύο πολύ βασικά γνωρίσματα της επιβίωσης της αρχαίας ελληνικής στη σημερινή κυπριακή διάλεκτο. Όσο για το -ειν που χρησιμοποιείται στην κατάληξη («γύρασειν»), τι να υποθέσουμε; Ότι, άραγε, επιχειρείται να συνδεθεί με το απαρέμφατο της αρχαίας ελληνικής (γράφειν, γράψειν), με το οποίο όμως δεν έχει καθόλου σχέση; Είναι πράγματι ανεξήγητο το πώς προέκυψε ο τύπος στο σύνολό του. Όπως και να έχει, εκείνος που εμπνεύστηκε τον τίτλο, αφού ήθελε να κάνει χρήση της κυπριακής αυτής φράσης, όφειλε να την είχε γράψει ως εξής: «σάσ’ τα τζ’ εγείρασιν».
2η περίπτωση: Βιωματικό εργαστήριο που διεξήχθη τον Νοέμβριο του 2022 είχε τίτλο «Εσύ νάμπου ξέρεις για τες διακρίσεις του φύλου; Κόπιασε να μάθεις τζι άλλα.»
Ο τύπος «νάμπου», επίσης δεν αποτελεί λέξη της ελληνικής. Προέρχεται από τη φράση «είντα είναι που», η οποία συναντάται στις νοτιοανατολικές περιοχές του ελληνισμού (Κύπρο, Κρήτη, Δωδεκάνησα). Μάλιστα, κατά τη γλωσσολογία, οι διάλεκτοι αυτές αποτελούν ξεχωριστή ομάδα της νεοελληνικής, τις «διαλέκτους του είντα». Στην προκειμένη περίπτωση, δεν χρησιμοποιήθηκε ούτε το «είντα ’μ’ που» ή το «’ντα ’μ’ που», που προέρχονται από αυτό (ύστερα από αφαίρεση και αποκοπή), αλλά ο τύπος «νάμπου», ως συγχώνευση των τριών λέξεων σε μία. Έτσι όπως διαμορφώθηκε ο τύπος, όμως, είναι δύσκολο ή αδύνατο να γίνει ο συσχετισμός με τις λέξεις της ελληνικής από τις οποίες προήλθε.
Χάριν συζήτησης υπενθυμίζω ότι η επίσημη γλώσσα της Κυπριακής Δημοκρατίας (για την ελληνική κοινότητα και τους Έλληνες κατοίκους της), όπως αναφέρεται ρητά στο άρθρο 3 του Συντάγματός μας, είναι η ελληνική, πιο ειδικά, δηλαδή, η μορφή εκείνη της ελληνικής γλώσσας που αναγνωρίζεται ως επίσημη από όλο το ελληνικό έθνος. Σε αυτή την εκδοχή εξάλλου αναφέρονται και τα προγράμματα σπουδών του εκπαιδευτικού μας συστήματος (με την ονομασία Νέα Ελληνική Γλώσσα).
Ας προβληματιστούμε αρχικά ως προς τη χρήση της διαλέκτου για απόδοση των τίτλων των επιστημονικών συναντήσεων του ΤΕΠΑΚ. Η κυπριακή, όπως και κάθε ανεπίσημη ποικιλία, είναι κατ’ εξοχήν προφορική μορφή γλώσσας. Γράφεται, και με πολύ ωραίο μάλιστα τρόπο, από διαλεκτικούς ποιητές, οι οποίοι ξέρουν να την καλλιεργούν ως λογοτεχνικό κώδικα επικοινωνίας, αλλά και να την αποδίδουν ορθά γραπτώς, σεβόμενοι την ελληνικότητά της και τις ορθογραφικές συμβάσεις της ελληνικής. Τα πιο πάνω παραδείγματα είναι ενδεικτικά των προβλημάτων που προκύπτουν όταν γίνεται προσπάθεια από κάποιους κύκλους -εδώ από τον επίσημο ιστότοπο Πανεπιστημίου- να δοθούν στη διάλεκτο ρόλοι που δεν της ανήκουν και που δεν είναι σήμερα σε θέση να επιτελέσει.
Επιπλέον, σε καμία περίπτωση η επιλογή για χρήση της κυπριακής διαλέκτου δεν νομιμοποιεί κανέναν να γράφει την ελληνική γλώσσα αυθαιρετώντας. Δυστυχώς, όμως, σήμερα πολλοί -ιδίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης- χωρίς να αντιλαμβάνονται το τι υποκρύπτεται, γράφουν στη διάλεκτο, ορθογραφώντας (;) την όπως θέλουν και χωρίζοντας και ενώνοντας λέξεις κατά το δοκούν. Άλλοι, πάλι, προχωρώντας ακόμα πιο πέρα, υιοθετούν επιπλέον τα γκρίκλις. Με τον τρόπο αυτό, χωρίς να το επιδιώκουν, γίνονται οι καλύτεροι σύμμαχοι όσων συνειδητά -και υπηρετώντας σκοπιμότητες- προωθούν την επέκταση της χρήσης της διαλέκτου εις βάρος της νεοελληνικής κοινής. Μπορεί όμως κανείς να φανταστεί τη βαβυλωνία που θα επικρατήσει, αλλά και το πού θα οδηγηθούμε στο εγγύς μέλλον, αν αποτυπώνουμε την κυπριακή χωρίς σεβασμό στην ιστορική ορθογραφία της ελληνικής γλώσσας; Μήπως διευκολύνουμε όσους προωθούν τη χρήση της διαλέκτου για το επόμενό τους βήμα, που είναι η τυποποίηση της γραφής της, η υιοθέτηση, δηλαδή, ιδιαίτερου συστήματος (αλφαβήτου) -και όχι του ελληνικού- για την καταγραφή της; Και μήπως αυτό είναι ο προάγγελος για περαιτέρω συνέχιση της προσπάθειάς τους, δηλαδή, εν τέλει, για αναγωγή της κυπριακής διαλέκτου σε επίσημη ποικιλία, που με απλά λόγια θα δρα ανταγωνιστικά προς τη νεοελληνική κοινή;
Όλα αυτά δεν είναι σενάρια επιστημονικής φαντασίας αλλά η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, αν δεν παραδεχτούμε αλήθειες. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι και πριν από 20 χρόνια φαινόταν ως σενάριο επιστημονικής φαντασίας η πρόβλεψη ότι η διάλεκτος θα εισέβαλλε ξαφνικά, με τον τρόπο που εισέβαλε και που το διαπιστώνουμε σήμερα, στον πολιτικό λόγο, στα μέσα μαζικής επικοινωνίας, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κ.α..
Αν, βέβαια, οι κύκλοι που προωθούν τα τελευταία χρόνια την επιβολή της διαλέκτου υποκινούνταν μόνο από αγάπη προς τη διάλεκτο ή προς την ιδιαίτερή μας πατρίδα, όπως ισχυρίζονται, δεν θα υπήρχε πρόβλημα ούτε με την -με μέτρο- χρήση της διαλέκτου ούτε με τη δήλωση «είμαστε Κύπριοι», που ακούμε συχνά. Είμαστε, ασφαλώς, Κύπριοι, όπως Κρήτες είναι οι κάτοικοι της Κρήτης και Αθηναίοι οι κάτοικοι της Αθήνας, και είμαστε περήφανοι για αυτό. Δυστυχώς όμως, πίσω από τη δήλωση «είμαστε Κύπριοι», υποβόσκει, ως συνέχεια, η δήλωση «και δεν είμαστε Έλληνες», άρα «και έχουμε τη δική μας γλώσσα».
Ας παραμερίσουμε φανατισμούς και ιδεολογικές αγκυλώσεις και ας εγκύψουμε στο ζητούμενο, που πρέπει να είναι η όσο το δυνατόν αρτιότερη γλωσσική καλλιέργεια των παιδιών μας. Όλοι συμφωνούμε πως, ενώ αυτό είναι από τα βασικότερα ζητούμενα της παιδείας μας, η κατάσταση δεν είναι αυτή που θα θέλαμε. Πρέπει να αποδώσουμε και πάλι σε καθεμιά από τις δύο μορφές της ελληνικής γλώσσας που έχουμε ως περιουσία -τη νεοελληνική κοινή και την κυπριακή διάλεκτο- τον ρόλο που της αναλογεί και που είναι προορισμένη να επιτελέσει καλύτερα. Η διάλεκτος ήταν ανέκαθεν η μορφή της επικοινωνίας στο περιβάλλον της οικογένειας και των οικείων διαπροσωπικών σχέσεων, ενώ η νεοελληνική στον χώρο της εκπαίδευσης, της εργασίας, της διοίκησης, του δημόσιου βίου, των ΜΜΕ κτλ.
Η νεοελληνική είναι μορφή γλώσσας καλλιεργημένης σε κάθε επίπεδο, καλύπτει όλες τις απαιτήσεις του ατομικού και συλλογικού βίου και ενοποιεί όλους τους Έλληνες γύρω από τον άξονα της κοινής εθνικής συνείδησης και ταυτότητας. Είναι η γλώσσα πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων, η γλώσσα που καλλιεργήθηκε στον προφορικό και στον γραπτό λόγο από τη λογοτεχνία, την επιστήμη, την πολιτική, τη διοίκηση. Αρκεί μόνο να ανατρέξουμε στην προσφορά της ελληνικής ευρύτερα -εδώ και τέσσερις σχεδόν χιλιετίες- στη διαμόρφωση της επιστημονικής σκέψης και του επιστημονικού λόγου, των τεχνών και των γραμμάτων, αλλά και την επίδρασή της σε νεότερες γλώσσες καθώς και στην ορολογία όλων των πτυχών του επιστητού. Ας αντιληφθούμε, αντίθετα, ότι η διάλεκτός μας, την οποία μαθαίνουμε (όπως συμβαίνει σε κάθε τόπο) από τη μέρα της γέννησής μας στο οικείο μας περιβάλλον, έχει άλλο ρόλο. Δεν προορίζεται να λειτουργήσει ανταγωνιστικά προς την πανεθνική νεοελληνική κοινή, αλλά -στο πλαίσιο μιας γλωσσικά διμορφικής κοινότητας (diaglossic)- να επιτελέσει λειτουργίες του οικείου και πάντως ανεπίσημου χώρου.
Ας επιδιώκουμε, λοιπόν, με κάθε τρόπο και μέσο την εξοικείωση και κατάκτηση στον καλύτερο δυνατό βαθμό από τα παιδιά και τους μαθητές μας της νεοελληνικής κοινής. Ας τα προτρέπουμε να τη χρησιμοποιούν, να τη διερευνούν, να νιώθουν οικεία με αυτήν, να την αγαπούν. Με τον τρόπο αυτό θα κατακτούν ευκολότερα τη γνώση μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα και τη βιβλιογραφία, θα κάνουν πιο προσιτή τη δική τους δουλειά στο κοινό που τους ενδιαφέρει, θα επικοινωνούν αμεσότερα με όλον τον κόσμο. Μόνο όφελος θα έχουν στη ζωή τους αν κατακτούν εξίσου και τις δύο γλωσσικές ποικιλίες που τους χαρίζονται.
Αναμένουμε, συνεπώς, από ένα κρατικό Πανεπιστήμιο της Κυπριακής Δημοκρατίας -όπως και από την κρατική ραδιοτηλεόραση και άλλους κρατικούς φορείς- περισσότερη υπευθυνότητα και περίσκεψη στις επιλογές τους, οι οποίες πρέπει να είναι βοηθητικές για τη γλωσσική καλλιέργεια των παιδιών μας, αλλά και, σε καμία περίπτωση, δεν πρέπει να υπονομεύουν τον ελληνικό χαρακτήρα της κυπριακής διαλέκτου και την αρμονική της σχέση με την ευρύτερη ελληνική γλώσσα, δεν πρέπει να προωθούν την αποξένωσή μας από τη νεοελληνική κοινή ή να υποσκάπτουν τη συνέχιση της μακραίωνης ελληνικής ιστορίας της Κύπρου.
*Επιθεωρήτρια Φιλολογικών Μαθημάτων (ΥΠΑΝ)
Comments (4)
This thread has been closed from taking new comments.


Γιώργος Μακρίδης:
Nov 03, 2025 at 10:38 PM
Εξαιρετικό κείμενο που αναδεικνύει το πρόβλημα σε σωστά πλαίσια, θεωρώ ότι πέραν της γλωσσολογικής προσέγγισης είναι πολύ σημαντικό να ληφθεί υπόψη ότι το Ελληνικό και Κυπριακό κράτος είναι συνιστώσες του Ελληνικού Έθνους και η κοινή νεοελληνική γλώσσα αποτελεί βασικό παράγοντα της εθνικής «συνοχής» Ελλάδος και Κύπρου.
Θεοφυλακτος Χατζηκωστας :
Nov 04, 2025 at 10:52 AM
Αγαπητή μας Δανάη, θερμά συγχαρητήρια για την εμπεριστατωμενη σου μαρτυρια-απαντηση στους κυπριολαγνους... Θ.Γ.
Ιωάννης Μεγάλεμος :
Nov 04, 2025 at 02:56 PM
Αγαπητή Δανάη, ειλικρινή συγχαρητήρια για την άρτια τεκμηριωμένη και επιστημονικά θεμελιωμένη ανάλυσή σας αναφορικά με το ζήτημα της Κυπριακής Διαλέκτου. Η τεκμηρίωσή σας αποδεικνύει με σαφήνεια και γλωσσολογική συνέπεια ότι η Κυπριακή Διάλεκτος, παρά τη γλωσσική της ιδιαιτερότητα και τον πολιτισμικό της πλούτο, δεν μπορεί να συνιστά αυτοτελή γλώσσα των Κυπρίων, αλλά αποτελεί αναπόσπαστο κλάδο και ζωντανό ιδίωμα της Ελληνικής. Η συμβολή σας στον δημόσιο διάλογο για ένα τόσο ευαίσθητο και επιστημονικά απαιτητικό θέμα είναι ουσιαστική και ιδιαίτερα πολύτιμη.
Μαρια Καμενου:
Nov 06, 2025 at 12:38 PM
Σας αξιζουν συγχαρητηρια! Εχετε γραψει ενα εξαιρετικο κειμενο και βαζεται επιστημονικα τα πραγματα στην θεση τους. Ευτυχως που ακομα υπαρχουν ανθρωποι που τιμουν την καταγωγη μας