ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ Α. ΠΟΛΗ*
Το ΥΠΠ πρόβαλε την Έκθεση Ernst & Young ως ένα από τα βασικά επιχειρήματα του στην προσπάθεια που έκανε το καλοκαίρι του 2018 να μειώσει δραστικά τα εργατικά δικαιώματα των εκπαιδευτικών. Προσεκτική μελέτη της Έκθεσης όμως αποκαλύπτει ότι υπάρχουν σε αυτή αντιφατικές παραδοχές που καθιστούν τα συμπεράσματα της έωλα.
Στο λογότυπο του Οίκου Ernst & Young, στη μελέτη για τον εξορθολογισμό των δαπανών για το εκπαιδευτικό προσωπικό του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού¹ αναγράφεται:
The better the question the better the answer. The better the world works.
Από την έκθεση όμως συνάγεται ότι είτε δεν έκαναν τις κατάλληλες ερωτήσεις, ή το χειρότερο σε κάποιες περιπτώσεις δεν ρώτησαν καθόλου για τα θέματα που κλήθηκαν να γνωμοδοτήσουν.
Στην σελίδα 9 της Έκθεσης διαβάζουμε ότι ένας εκ των βασικών πυλώνων της μελέτης αυτής είναι:
«Ο καταμερισμός του συνολικού χρόνου εργασίας (διδακτικού, μη διδακτικού και διοικητικού) των εκπαιδευτικών»
Αν και εκ’ πρώτης όψεως ο οίκος Ernst & Young αναγνωρίζει ότι, πέραν της διδασκαλίας οι εκπαιδευτικοί έχουν και άλλα καθήκοντα μη διδακτικής φύσεως για τα οποία δαπανάται μέρος του εργάσιμου χρόνους τους για διεκπεραίωση τους, στην σελίδα 14 της Έκθεσης με τίτλο «Οι κύριοι λόγοι μείωσης του διδακτικού χρόνου των εκπαιδευτικών», εμμέσως πλην σαφώς προϋποθέτουν ότι ο συνολικός εργάσιμος χρόνος του εκπαιδευτικού ταυτίζεται με το χρόνο διδασκαλίας. Με βάση την Έκθεση:
Σύμφωνα με την κατανόηση της Ernst & Young, η πρώτη εκ των εννέα κύριων κατηγοριών που μειώνουν το διδακτικό χρόνο των εκπαιδευτικών και κατά συνέπεια αυξάνουν το εργατικό κόστος στην εκπαίδευση είναι:
Υπάρχει μια ολοφάνερη αντίφαση στις πιο πάνω βασικές παραδοχές επί τις οποίες κτίστηκε η Έκθεση Ernst & Young. Γιατί από τη μια η Ernst & Young παραδέχεται ότι ο εργάσιμος χρόνος των εκπαιδευτικών μοιράζεται σε διδακτικό και μη διδακτικό. Από την άλλη όμως θεωρεί ως μείωση διδακτικού χρόνου το γεγονός ότι από τις 35 περιόδους που καλύπτει συνολικά ο εργάσιμος χρόνος ενός νέου εκπαιδευτικού δημοτικής μόνο οι 29 είναι χρόνος διδασκαλίας. Η Ernst & Young παραδέχεται ότι υπάρχουν μη διδακτικά καθήκοντα, ενώ ταυτόχρονα δεν αποδέχεται ως αυτονόητο γεγονός ότι πρέπει να υπάρχει χρόνος για τη διεκπεραίωση τους. Η συλλογιστική τους προφανώς είναι ακατανόητη και αποτελεί βάναυσο βιασμό της κοινής λογικής.
Μάλιστα στη σελίδα 16 στο κεφάλαιο «Κύριες Επισημάνσεις» με υπότιτλο «Θεσμοί με μη διασαφηνισμένα καθήκοντα» διαβάζουμε το εξής εκπληκτικό:
« Η κατηγορία 1 δεν έχει συμπεριληφθεί από το ΥΠΠ στον κατάλογο των μειώσεων διδακτικού χρόνου και κατ’ επέκταση δεν έχει υπολογισθεί οποιαδήποτε κόστος²»
Με απλά λόγια ο Οίκος Ernst & Young θεωρεί από την μια ότι κάθε εκπαιδευτικός έχει τόσο διδακτικά, όσο και μη διδακτικά καθήκοντα ενώ από την άλλη θεωρεί ότι το κόστος της εκπαίδευσης αυξάνεται γιατί οι εκπαιδευτικοί δεν διδάσκουν στο 100% του εργάσιμου τους χρόνου. Το πώς μπορεί κάποιος να διεκπεραιώνει καθήκοντα σε ανύπαρκτο χρόνο δεν φαίνεται να τους απασχολεί.
Ο Οίκος Ernst & Young διερωτάται γιατί το ΥΠΠ δεν κοστολόγησε πόσα στοιχίζει στο δημόσιο το γεγονός ότι οι εκπαιδευτικοί δεν διδάσκουν κάθε μέρα και τις εφτά περιόδους που βρίσκονται στο σχολείο. Δεν ρώτησαν όμως τον εαυτό τους την ακόλουθη απλή ερώτηση που προκύπτει μέσα από τις ίδιες τις παραδοχές της μελέτης τους:
Σε ποιο χρόνο οι εκπαιδευτικοί θα κάνουν τα μη διδακτικά τους καθήκοντα τα οποία η ίδια η Έκθεση παραδέχεται ως υπαρκτά και αναγκαία για τη διεκπεραίωση της εργασίας τους;
Σημειώσεις
*Μέλος ΔΣ ΑΚΙΔΑ 2017-2020