- ΟΕΛΜΕΚ
- 09 Φεβ 2026 - 19:24
Από την εμφάνισή του πάνω στη γη. Ταλέντα, έμπνευση και ιδιότητες
ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ Α. ΜΙΤΛΕΤΤΟΝ*
Στο πλαίσιο της δικής μου ενημέρωσης για τις τάσεις και τα τεκταινόμενα στον εκπαιδευτικό κόσμο, διαβάζω μια συνέντευξη της Heather Hill, η οποία δημοσιεύτηκε στο Harvard Gazzette πριν από έναν χρόνο, και αναπόφευκτα γεννιέται ο προβληματισμός: Τελικά τι κάνει έναν εκπαιδευτικό καλό;
Κι ενώ οι πηγές και η πρακτική εμπειρία συγκλίνουν σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, που εν μέρει ή εν πολλοίς όλοι γνωρίζουμε, όπως το να διαθέτει επικοινωνιακές δεξιότητες, να ακούει, να ενθαρρύνει, να συμπάσχει, να βλέπει το οικογενειακό πλαίσιο και το υπόβαθρο του μαθητή, να εξηγεί απλά, να θέτει στόχους, να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, να είναι δημιουργικός, οργανωμένος, δίκαιος, συνεργάσιμος κλπ., διαφαίνεται ότι τα πλείστα εξ αυτών εκλαμβάνονται από κάποιους ως εγγενείς ιδιότητες-ταλέντα και από άλλους ως αποτέλεσμα επιμόρφωσης και διαδικασιών βελτίωσης.
Γεννιέται η γίνεται ένας εκπαιδευτικός; Ένας άνθρωπος με μεγαλύτερη ενσυναίσθηση, οργανωτικότητα και συνέπεια έχει σαφώς πολύ περισσότερες πιθανότητες να είναι ή να γίνει καλύτερος από κάποιον που δεν έχει μάθει ν' ακούει, δεν συναισθάνεται ούτε συμπονεί, δεν μπορεί να δει τη γενική εικόνα του μαθητή και τους παράγοντες που συντελούν στη διαμόρφωση της συμπεριφοράς του και του μαθησιακού του ύφους και προοπτικής.
Αλλά πολλοί έχουμε την αίσθηση ότι χρειάζονται κι άλλα προσόντα σε έναν εκπαιδευτικό. Όπως το να είναι ανθεκτικός. Και η ανθεκτικότητα στις μέρες μας νοείται τόσο ως ευελιξία και ικανότητα προσαρμογής όσο και ως δύναμη αντιμετώπισης των προκλήσεων, των αλλαγών, των απογοητεύσεων, της έλλειψης αμοιβαιότητας στη συμπόρευση.
Μιλώντας για αμοιβαιότητα, ερχόμαστε σ' ένα άλλο σημαντικό προσόν, που ενυπάρχει και ως χαρακτηρολογικό στοιχείο αλλά και καλλιεργείται: το να μπορεί κανείς να στηρίζει την αμφίδρομη σχέση όχι μόνο με τους μαθητές αλλά και με τους συναδέλφους-συνεργάτες. Σ' ένα παλιότερο κείμενό της του 2009, η Jill Schnathorst αναφερόταν σε έναν παράγοντα εν πολλοίς παραμελημένο σε σχέση με τη σημασία του για την ευημερία των μαθητών, των εκπαιδευτικών και ευρύτερα της σχολικής κοινότητας, τον παράγοντα συνεργασία-αλληλεγγύη μεταξύ των εκπαιδευτικών και έθετε το ερώτημα γιατί δεν υπάρχει στον βαθμό που επιθυμούμε και πώς μπορεί να επιτευχθεί.
Η αμοιβαιότητα, όμως, ως εκατέρωθεν ευγένεια και σεβασμός, ως ενθάρρυνση της προσωπικής άνθησης του ενός μέσα στο σύνολο και του συνόλου μέσα στον έναν, ως συνεννόηση και αλληλεγγύη και όχι εκμετάλλευση, επιτρέπει στους εκπαιδευτικούς να αξιοποιούν όλα τα παραπάνω προσόντα, καθώς δημιουργεί ευνοϊκό υπόβαθρο και ασφαλές πλαίσιο δράσης. Νοείται βέβαια η αμοιβαιότητα και ως κοινή προσέγγιση των εκπαιδευτικών για στήριξη μιας ενιαίας πολιτικής: δεν γίνεται εσύ να κατσαδιάζεις κι εγώ να επαινώ για το ίδιο πράγμα, εγώ να ενθαρρύνω κι εσύ να ειρωνεύεσαι και να αποδυναμώνεις ηθικά τους μαθητές, να λέμε ότι θα κάνουμε έτσι κι εγώ να κάνω αλλιώς. Χωρίς βέβαια αυτό να αναιρεί την προσωπικότητα και προσέγγιση του καθενός σε θέματα διδασκαλίας.
Επιπλέον, στο πλαίσιο της αμοιβαιότητας, οι άνθρωποι δεικνύουν μια ιδιαίτερη συλλογική ευθύνη και πρόνοια, ένα ιδιαίτερο συναισθηματικό και ηθικό βάρος, είναι διακριτικοί και υποστηρικτικοί, μετρούν τα λόγια τους, ώστε αυτά να συνέχουν αντί να διαρρηγνύουν και κτίζουν γέφυρες με λόγο και πράξη. Γιατί η οποιαδήποτε σύμπραξη οικοδομείται, ασφαλώς, σε στέρεη πράξη, λόγο εμπιστοσύνης και την ικανότητα να κτίζει κανείς αυτές τις γέφυρες από τον έναν στον άλλον, από την ιδέα στον άνθρωπο κι από τον άνθρωπο στην ιδέα.
Είναι σημαντικό πρωτίστως εμείς οι ίδιοι να συνειδητοποιούμε τη σημασία της ύπαρξης ή της απόκτησης στον όποιο βαθμό των χαρακτηριστικών αυτών. Ακόμα, ο αγώνας και η δημιουργικότητα μέσα στην τριβή της καθημερινότητας αποκτούν νόημα όταν διατηρούμε το πιο σπουδαίο προσόν και όπλο στη φαρέτρα: την αισιοδοξία και το πάθος, ακόμα κι όταν οι σκόπελοι πληθαίνουν. Το πάθος είναι που στηρίζει την ανθεκτικότητα και την αυθεντικότητά μας, το πάθος γίνεται η δύναμη που κινεί αποφασιστικά το άτομο και, κατ’ επέκτασιν, το σύνολο ως ομάδα προς κάποιο σκοπό.
Ας πούμε ότι δουλεύουμε σε ένα εργοστάσιο όπου άλλοι παράγουν, άλλοι προάγουν, άλλοι ενθουσιάζονται και καινοτομούν, άλλοι βιάζονται κι άλλοι πηγαίνουν πιο αργά, άλλοι διεκπεραιώνουν και συμβιβάζονται, άλλοι γκρινιάζουν, άλλοι φωνάζουν κι αντιδρούν στο επιπλέον δόσιμο και την αλλαγή, άλλοι περιπλέκουν αναίτια τη συνύπαρξη διαταράσσοντας την αμοιβαιότητα και, επομένως, την ισορροπία. Η πρόκληση για τον εργάτη του πνεύματος είναι να επιλέγει και να έχει τη δύναμη να μην συντάσσεται με τη μιζέρια. Να είναι ρεαλιστής κι ιδεολόγος μαζί, όχι ιδεοκάπηλος, να είναι αδιάβρωτος από τη σκληρή ύλη της πεζότητας και της ρηχότητας των ανταλλαγμάτων. Η πρόκληση για τον πνευματικό άνθρωπο είναι να μπορεί να βλέπει την ποίηση στη δουλειά μας, να εξακολουθήσει να είναι πνευματικός, να ενώνει, να αγαπά, να αισθάνεται και να συναισθάνεται, να αντιστέκεται ακόμα και σε αυτήν τη φθοροποιό κόπωση που απειλεί το σινάφι μας από την εμφάνισή του πάνω στη γη.
Μαρία Α. Μίτλεττον
Φιλόλογος
Λύκειο Αγίου Νεοφύτου
Comments (1)
This thread has been closed from taking new comments.


Αστερω Χατζησαββα:
Feb 10, 2026 at 09:26 PM
Ο καλός δάσκαλος αγαπά τη δουλειά του- λειτούργημα. Για να την αγαπά, ένα είναι σίγουρο ,αγαπά τα παιδιά. Ύστερα γίνεται παιδί μαζί τους, γίνεται ένα με την ηλικία τους όπου επιβάλλεται . Επιπλέον κατανοεί τις ανάγκες τους ,διαβάζοντας και έναν έναν μαθητή του ξεχωριστά καθώς μελετά εξωνυχιστηκα και το back ground του.Τελος ο καλός ο δάσκαλος φέρεται ειλικρινά και έντιμα ,πρωτίστως απέναντι στο ρόλο του που επιτελεί και δεν αποδέχεται κυρώσεις κι ακυρώσεις από οποιονδήποτε.