Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση: Προσδοκίες και Πραγματικότητες


ΤΗΣ ΜΑΙΡΗΣ ΚΟΥΤΣΕΛΙΝΗ*

Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στην Κύπρο άρχισε υπό τους καλύτερους οιωνούς,  έγινε αποδεκτή και υποστηρίχτηκε από όλους. Είναι αυτονόητο το γιατί και αναφέρεται στο πότε γίνεται μια Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση: Όταν υπάρχουν γενικά αποδεκτές αδυναμίες στο υφιστάμενο σύστημα. Κανείς στην Κύπρο δεν  αμφισβήτησε και δεν αμφισβητεί την ανάγκη για Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση.  Και όλοι συνεργαστήκαμε και συνεργαζόμαστε για να επιτευχθεί.

Όμως, η ρητορική της Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης, όπως εξαγγέλθηκε, και η πράξη απέχουν. Πριν μπούμε σε αυτό το θέμα χρειάζεται να επισημάνουμε ότι ακόμη και σε θέματα ρητορικής η έναρξη ήταν επεισοδιακή, μια και οι ολίγον ή καθόλου γνωρίζοντες περί εκπαίδευσης συζητούσαν περί Ρεπουσινισμού στη συγγραφή των εγχειριδίων της Ιστορίας και περί δήθεν εθνικιστικών στοιχείων στους σκοπούς της εκπαίδευσης, όταν από το 1975 -και επί Σοφιανού ειδικότερα - η ρητορική των αναλυτικών προγραμμάτων και των στόχων της εκπαίδευσης αναφέρονταν στο Δημοκρατικό πολίτη και όταν από δεκαπενταετίας η Διαπολιτισμική εκπαίδευση ήταν στο επίκεντρο των νέων αναζητήσεων της εκπαίδευσης της Κύπρου.  Ενώ υπήρχαν τόσα πραγματικά προβλήματα που θα έπρεπε να κωδικοποιηθούν και να αναλυθούν…

Μια επίσης αδυναμία της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης είναι και το γεγονός ότι επικεντρώθηκε μόνο στα Αναλυτικά Προγράμματα. Το χειρότερο είναι το ότι τα αναλυτικά προγράμματα συνέγραψαν- και σκόπιμα δεν λέω ανέπτυξαν- κατά κύριο λόγο, χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπήρξαν και εξαιρέσεις- άνθρωποι που δεν είχαν ποτέ ακούσει καν περί διαφορετικών μοντέλων αναλυτικών προγραμμάτων, διαδικασιών ανάπτυξης και ανατροφοδότησης –αξιολόγησής τους ή διαδικασιών εφαρμογής τους και ευρύτερα εφαρμογής της αλλαγής.  Αλλά αυτά κατά κανόνα συμβαίνουν, όταν στον εικοστό πρώτο αιώνα – και ενώ λειτουργεί στην Κύπρο πλειάδα πανεπιστημίων και υπάρχει εγνωσμένη εμπειρογνωμοσύνη- θέτεις επικεφαλής της μεταρρύθμισης ανθρώπους, των οποίων βέβαια κανείς δεν αμφισβητεί την αξία τους σε διάφορους τομείς αλλά και που καμιά σχέση, πείρα ή εμπειρογνωμοσύνη έχουν με μεταρρύθμιση και αναλυτικά προγράμματα. Εκθέτεις και τους ίδιους, βέβαια, γιατί σε κάθε τους βήμα οι γύρω τους διερωτώνται για τα κριτήρια επιλογής τους. Φίλοι οι συνάδελφοι αλλά φίλτατη και η αλήθεια.  

Στο θέμα των σχολικών εγχειριδίων και διδακτικών υλικών επικράτησε ανεξέλεγκτος ερασιτεχνισμός: πρώτα εξαγγέλλεται – ως η εφεύρεση του αιώνα- το ηλεκτρονικό βιβλίο, ύστερα μαλώνουμε για τα δήθεν νέα εγχειρίδια της Ιστορίας και των Θρησκευτικών και στο τέλος δίνουμε το σύνθημα «χωρίς βιβλία»,  αλλά με κείμενα που βρίσκει ο κάθε εκπαιδευτικός! Αλήθεια τι εύκολη δουλειά η εκπαίδευση τελικά!    

Μεγάλο πρόβλημα είναι και το γεγονός ότι στο τέλος η μεταρρύθμιση ταυτίστηκε-και περιορίστηκε- με την αλλαγή των Αναλυτικών Προγραμμάτων, τα δε Αναλυτικά Προγράμματα με τη διδασκόμενη ύλη. Επειδή, όμως,  θέλουμε να προχωρήσει η μεταρρύθμιση, ερωτούμε: Ποιος κατέγραψε τα προβλήματα π.χ. του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και τι έγινε για την αναβάθμισή του; Πώς έγινε πράξη η διαπολιτισμική εκπαίδευση, όταν κανόνα οι αλλόγλωσσοι μαθητές παραμένουν αναλφάβητοι, πολλά σχολεία έχουν γκετοποιηθεί, το ευρωβαρόμετρο μετρά ρατσιστικές τάσεις και η ξενοφοβία καλά κρατεί;

Παρόλο ότι έχει εξαγγελθεί – και έχει γίνει από όλους αποδεκτή-μια ανθρωπιστική παιδεία, η ουσιαστική αναβάθμιση της εκπαίδευσης σχοινοβατεί σε τεχνοκρατικές «μετρήσεις», όπως πόσες περιόδους θα διδάσκεται η Γεωγραφία, πόσες περίοδοι θα «χαρίζονται» για εμπέδωση- λες και η εμπέδωση δεν είναι μέρος της καθημερινής διδασκαλίας- αν θα γίνονται ογδοντάλεπτα μαθήματα ή σαρανταπεντάλεπτα κ.ο.κ.  

Τα μεγάλα προβλήματα της εκπαίδευσης βρίσκονται πίσω μας: Η ποιότητα της εκπαίδευσης και η αξιοπιστία του εκπαιδευτικού μας συστήματος, η ουσιαστική και συνεχής αυτορυθμιζόμενη εκπαίδευση των εκπαιδευτικών, η ανάπτυξη της αίσθησης του ανήκειν των μαθητών στο σχολείο, ο επαρκής προσανατολισμός και η συνειδητή επιλογή επαγγελματικής σταδιοδρομίας, η σύνδεση του σχολείου με τη ζωή και τις προκλήσεις της σε ένα ευρωπαϊκό και παγκοσμιοποιούμενο περιβάλλον.

Θεσμούς έχουμε  εγκαθιδρύσει πολλούς και πρόσφατα και στο παρελθόν, πλην, όμως, αναποτελεσματικούς, γιατί ακριβώς έμπαινε- όπως και τώρα σε πολλά θέματα-το αμάξι πριν από το άλογο: Έτσι είχε εισαχθεί ο θεσμός των Ενισχυτικών μαθημάτων, χωρίς στην ουσία προγράμματα, ο θεσμός των ΖΕΠ, αφημένος στο περιεχόμενό τους σε φολκλορικές δραστηριότητες και στον πατριωτισμό και τους ερασιτεχνισμούς του προσωπικού των σχολείων, ο θεσμός της ένταξης των παιδιών με ειδικές ικανότητες χωρίς υποδομή και προγράμματα, για να μείνω μόνο σε λίγα από τα πολλά, τα οποία η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση δεν έχει αγγίξει.

Επιπρόσθετα, έχει παραγνωριστεί το γεγονός ότι το κύτταρο της υγιούς εκπαίδευσης είναι η σχολική μονάδα και ό, τι γίνεται σ΄αυτή. Γι΄ αυτό χρειάζεται αναδιοργάνωση και αυτονόμηση.  Η  Αυτονόμηση της σχολικής μονάδας-που πάει πέρα από την έννοια της αποκέντρωσης- αναφέρεται στη δυνατότητα της σχολικής μονάδας να αναπτύξει ιδιαίτερο εκπαιδευτικό και παιδαγωγικό πρόγραμμα, ούτως ώστε η σχολική μονάδα να ανταποκριθεί στις ανάγκες του συγκεκριμένου μαθητικού πληθυσμού.  Η παιδαγωγική αυτονόμηση της σχολικής μονάδας μπορεί να δώσει λύση σε πολλά σοβαρά παιδαγωγικά και άλλα προβλήματα: απειθαρχία, έλλειψη κινήτρου από μαθητές και εκπαιδευτικούς, αύξηση του αναλφαβητισμού κ.ο.κ.

Ακόμη, διερωτάται κανείς, ποιοι ήταν οι όροι εντολής του λεγόμενου Εκπαιδευτικού Συμβουλίου και ποιο το έργο που έχει επιτελέσει; Σε ποιο λογοδοτεί η κάθε ομάδα που αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει έργο;

Η ενδυνάμωση της πολιτικής συνείδησης (citizenship) μέσα από κοινές αξίες και την ανάπτυξη της αίσθηση του ανήκειν σε μια κοινή κοινωνική και πολιτιστική περιοχή  πρέπει να ενθαρρύνει μια ευρύτερη  κατανόηση της πολιτότητας, η οποία θεμελιώνεται σε ενεργητική αλληλεγγύη και σε από κοινού κατανόηση των πολιτιστικών αποκλίσεων οι οποίες συνιστούν την προέλευση αλλά και τον πλούτο της Ευρώπης (Towards a Europe of Knowledge COM(97) 563) (Δεκέμβριος, 1997). Μέσα σε αυτά τα πλαίσια η ευρωπαϊκή διάσταση δεν ωθεί σε αποχρωματισμό της εθνικής συνείδησης. Χρειάζεται να απενδυθεί τον εθνικιστικό της, αποκλεισμικό  για τον άλλο, χαρακτήρα. Οι Ελλαδίτες της Ελλάδας, οι Γάλλοι, οι Γερμανοί δεν αποεθνικοποιήθηκαν ως Ευρωπαίοι, ούτε ντρέπονται να διακηρύξουν την εθνικότητά τους. Όλα τα άλλα μόνο σύγχυση επιφέρουν αλλά και μισαλλοδοξία. 

Τι γίνεται με όλα αυτά που υποτίθεται ότι πρέπει να αλλάξουν ούτως ώστε ο ωφέλιμος χρόνος μέσα στο σχολείο να είναι πράγματι χρόνος μάθησης; Τι γίνεται με όλους αυτούς τους Διαγωνισμούς που έχουν χάσει τον πραγματικό σκοπό τους και αυξάνονται καθημερινά; Τι γίνεται με τη δουλειά στο σχολείο το οποίο οι τελειόφοιτοι εγκαταλείπουν από τα Χριστούγεννα;  Έγιναν έρευνες και εκθέσεις για τη παραβατικότητα. Έχουν αξιολογηθεί τα αποτελέσματα  των παρεμβάσεων;

Η μεταρρύθμιση είναι ζητούμενο αλλά και έργο όλων. Ο λόγος για μεταρρύθμιση είναι πάντα λόγος για αλλαγή, αλλαγή για επίλυση προβλημάτων και αντιμετώπιση προκλήσεων ή/και αλλαγή οράματος και προσανατολισμού.  Ο διάλογος για τις αλλαγές αυτές και γενικά για την εκπαίδευση οφείλει να είναι μεν διαλεκτικός και εποικοδομητικός, αλλά και κατ΄ εξοχήν κριτικός, διαφορετικά θα χειροκροτούμε ακόμα και όταν ο βασιλιάς είναι γυμνός.

*Καθηγήτρια στο Τμήμα Επιστημών της Αγωγής του Πανεπιστήμιου Κύπρου
(Από την "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ")




Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.



Newsletter










100