Η ανάγκη δημιουργίας μιας «κακής» Τράπεζας


ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΘΕΟΧΑΡΙΔΗ*

Κατά την διάρκεια των τελευταίων μερικών ετών ο τραπεζικός τομέας της Κύπρου έχει περάσει μέσα από μια ριζική αναμόρφωση μετά τα γεγονότα του Μαρτίου του 2013, τα οποία του επέφεραν καταστροφικά πλήγματα. Σε μεγάλο βαθμό, ο τομέας έχει ανακτήσει την εμπιστοσύνη τόσο από τους εγχώριους πελάτες του, όσο και από τη διεθνή κοινότητα. Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά προβλήματα, ενώ το επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) στην πραγματικότητα επιδεινώνεται από το 2013, με το πρόβλημα να αποτελεί απειλή για την σταθερότητα του τραπεζικού τομέα στο σύνολό του. Για το λόγο αυτό είναι επιτακτική ανάγκη, όπως τα ενδιαφερόμενα μέρη καταλήξουν σε μια μόνιμη λύση προτού το πρόβλημα κλιμακωθεί περαιτέρω.

Τα πιο πρόσφατα στοιχεία που δόθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (ΚΤΚ) τον Ιούλιο του 2015 δείχνουν ότι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια βρίσκονται στα €27.4 δισεκατομμύρια ή ότι αποτελούν το 47.4% του εγχώριου δανειακού χαρτοφυλακίου, που είναι €57.8 δισεκατομμύρια. Βέβαια οι τράπεζες έχουν προχωρήσει σε ρυθμίσεις για τα εν λόγω προβληματικά δάνεια, αλλά μόνο για €8.9 δισεκατομμύρια, με μόνο το 24.4% του συνόλου να έχει μέχρι σήμερα αναδιαρθρωθεί. Όσο αφορά στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, το μέγεθος του χαρτοφυλακίου των μη εξυπηρετούμενων δανείων που δεν έχει αντιμετωπιστεί είναι μεγαλύτερο από το 55% του συνολικού δανειακού χαρτοφυλακίου, και αυτό αποτελεί γεγονός που τονίζει και πάλι την ανάγκη να δοθεί μια λύση.

Ένας σημαντικός παράγοντας πίσω από το μέγεθος του χαρτοφυλακίου των μη εξυπηρετούμενων δανείων υπήρξε η συνεχιζόμενη οικονομική κρίση που βιώνει η Κύπρος, με πολλούς πολίτες απλά να μην είναι σε θέση να αποπληρώσουν τα δάνειά τους επειδή ο μισθός τους έχει συρρικνωθεί σημαντικά κατά τη διάρκεια της κρίσης ή δεν είναι πλέον στην απασχόληση.

Πέραν τούτου, οι στρατηγικοί κακοπληρωτές, δηλαδή οι οφειλέτες που εκμεταλλεύονται το σύστημα και τις περίπλοκες διαδικασίες που χρησιμοποιούνται για να τους αναγκάσουν να πληρώσουν, αρνούνται να τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους, και ως εκ τούτου το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο οξύ. Η πρόσφατη ψήφιση από την Βουλή των Αντιπροσώπων του νόμου για τις Εκποιήσεις και των νομοσχεδίων που αφορούν στο Πλαίσιο Αφερεγγυότητας, θα μπορούσε να βοηθήσει, ώστε οι δανειολήπτες αυτής της κατηγορίας να κινηθούν προς την κατεύθυνση διευθέτησης των υποχρεώσεών τους.

Χάριν στο νέο πλαίσιο, αν όλες οι προσπάθειες για την αναδιάρθρωση ενός δανείου αποτύχουν, η τράπεζα έχει το δικαίωμα να κατάσχει τα περιουσιακά στοιχεία του κατόχου του δανείου που είναι υποθηκευμένα για την εξασφάλιση του δανείου και να προβεί σε δημοπράτηση τους εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Μένει να φανεί κατά πόσο ο νόμος για τις εκποιήσεις και το νομοσχέδιο για την αφερεγγυότητα θα βοηθήσουν στο να μειωθεί σημαντικά το μέγεθος του προβλήματος, καθώς ο χρηματοπιστωτικός τομέας βλέπει αυτά τα πλαίσια ως ένα ακόμη εργαλείο στο οπλοστάσιό του για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και όχι ως την μαγική και συνολική αντιμετώπισή του.

Δημιουργία μιας «Κακής» Τράπεζας

Μια άλλη λύση που έχει προταθεί, αλλά δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί, είναι η δημιουργία μιας «κακής» τράπεζας, ή, όπως είναι λιγότερο κοινά γνωστή, η δημιουργία της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Ακινήτων (ΚΕΔΑ), (Cyprus Asset Management Company-CAMC), η οποία και θα αναλάβει τις πωλήσεις των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Ο στόχος είναι να μεγιστοποιήσει την αξία ανάκτησης των περιουσιακών στοιχείων (δανείων) μέσα σε ένα μεσοπρόθεσμο έως μακροπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα. Αν αυτό γίνει σωστά και με καλό προγραμματισμό, στη συνέχεια τα τραπεζικά ιδρύματα θα μπορούν να μείνουν με τα «καλά» δάνεια στον ισολογισμό τους, αυξάνοντας έτσι την πιθανότητα προσέλκυσης νέων επενδυτών και καταθετών.

Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί, ότι η πρόταση αυτή αποτελούσε μέρος του πρώτου προσχεδίου του Μνημονίου Συναντίληψης, αλλά δεν περιλήφθηκε στο έγγραφο που υπογράφηκε τον Απρίλιο του 2013. Η πρόταση ήταν να δημιουργηθεί ένας οργανισμός / φορέας που θα αποκτήσει τα δάνεια και τις υπόλοιπες απαιτήσεις, συμπεριλαμβανομένης της έκθεσης σε εξωτερικούς κινδύνους - ιδιαίτερα ελληνικά περιουσιακά στοιχεία - από τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία στη συνέχεια θα λάμβαναν κρατική βοήθεια. Η τιμή μεταβίβασης θα ήταν η μακροπρόθεσμη οικονομική αξία των περιουσιακών στοιχείων, που θα αποφασιζόταν μετά από μια ενδελεχή διαδικασία αναθεώρησης της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού.

Για σκοπούς χρηματοδότησης, η Εταιρεία Διαχείρισης Ακινήτων θα έπρεπε να είναι σε θέση να εκδίδει ομόλογα εγγυημένα από το κράτος. Σε αντάλλαγμα για τα περιουσιακά στοιχεία, οι τράπεζες θα λάμβαναν ένα ποσοστό συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Ακινήτων, με τη μορφή ομολόγων που εκδίδονται από την Κυπριακή Εταιρεία Διαχείριση Ακινήτων, καθώς και μετρητών ή / και άλλων μετοχών / τίτλων υψηλής ποιότητας. Ο λόγος που αυτή η πρόταση δεν μπήκε στο μνημόνιο του Απριλίου του 2013, είναι τα γεγονότα του Μαρτίου του 2013, και οι αποφάσεις που λήφθηκαν κατά τη διάρκεια εκείνων των συγκεκριμένων ειδικών συνεδριάσεων του Eurogroup.

Είναι, εξάλλου, σημαντικό να επισημάνουμε, ότι η δημιουργία μιας κακής τράπεζας ήταν μια λύση που αξιοποιήθηκε σε άλλες χώρες που βίωσαν τραπεζικά προβλήματα, όπως η Ιρλανδία και η Ισπανία. Στην Ιρλανδία, δημιουργήθηκε στα τέλη του 2009 η Εθνική Υπηρεσία Διαχείρισης των Περιουσιακών Στοιχείων (National Asset Management Agency-NAMA), ή «κακή» τράπεζα , μετά από μια οικονομική κρίση και μετά την έκρηξη της φούσκας των ακινήτων ύστερα από πολλών χρόνων ανεξέλεγκτης χορήγησης δανείων προς την αγορά ακινήτων. Η Υπηρεσία αυτή ιδρύθηκε για να αναλάβει τα επισφαλή δάνεια από τα κύρια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της χώρας, με τις τράπεζες να λαμβάνουν ως αντάλλαγμα ομόλογα με κρατική εγγύηση.

Το 2010 η Ιρλανδία αναγκάστηκε να ζητήσει πακέτο διάσωσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και κατάφερε να εξέλθει από το συνοδευτικό Μνημόνιο Συναντίληψης το 2013. Η χώρα έχει τώρα το υψηλότερο ποσοστό ανάπτυξης στην Ευρώπη, που υπολογίζεται σε 6.2% για το 2015. Στην Ισπανία, η δημιουργία της «κακής» τράπεζας βοήθησε στην αντιμετώπιση της κρίσης, με την εταιρεία SAREB που δημιουργήθηκε το 2012 για να αναλάβει έναν αριθμό προβληματικών δανείων από τέσσερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, με ανταλλαγή κρατικά ομόλογα.

Η δημιουργία μιας «κακής» τράπεζας ήταν ένας όρος που τέθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση σε αντάλλαγμα για ένα οικονομικό πακέτο ύψους €100 δισεκατομμυρίων  για τον ισπανικό τραπεζικό τομέα, ενώ στην SAREB παραχωρήθηκε περίοδος δεκαπέντε ετών για την πώληση των περιουσιακών της στοιχείων. Παρά το γεγονός ότι η Ισπανία εξακολουθεί να πλήττεται από υψηλό ποσοστό ανεργίας άνω του 20%, η οικονομία της χώρας βελτιώνεται και αναμένεται να έχει ρυθμό ανάπτυξης στο υγιές ποσοστό του 2.4% το 2015, με την αγορά ακινήτων να ανακάμπτει ανάλογα.

Γιατί δεν έγινε στην Κύπρο;

Στην αρχική συζήτηση σχετικά με τη δημιουργία μιας κακής τράπεζας για την αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων φάνηκε ότι υπήρχε έδαφος για περαιτέρω συζητήσεις, αλλά γρήγορα εξασθένισε, και ένας σημαντικός λόγος για αυτή την εξέλιξη ήταν η έλλειψη χρηματοδότησης για μια τέτοια νομική οντότητα. Στην Κύπρο είχαν ήδη παραχωρηθεί έως και €10 δισεκατομμύρια για την περίοδο 2013-2016 στο πλαίσιο του Μνημονίου Συναντίληψης που είχε συνομολογηθεί για την κάλυψη δημοσιονομικών υποχρεώσεων, καθώς και για την ανακεφαλαιοποίηση των Συνεργατικών Πιστωτικών Τραπεζικών Ιδρυμάτων. Απλά δεν υπήρχε περιθώριο για περαιτέρω χρηματοδότηση, καθώς το δημόσιο χρέος θα είχε φθάσει σε μη βιώσιμα επίπεδα.

Ένας άλλος τρόπος θα μπορούσε να ήταν η μεταφορά οφειλών / υποχρεώσεων και όχι μόνο περιουσιακών στοιχείων (δανείων) προς την «κακή» τράπεζα. Ωστόσο, δεδομένου πως ένα μεγάλο ποσοστό των οφειλών της Τράπεζας Κύπρου προήλθε από τον Μηχανισμό της Επείγουσας Παροχής Ρευστότητας (ELA) που παραχωρήθηκε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, φαίνεται σαν να υπήρχαν πάρα πολλές επιπλοκές για μια τέτοια μεταφορά, αφού ο Μηχανισμός της Επείγουσας Παροχής Ρευστότητας προορίζεται για βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση, παρά για τις μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις.

Γενικά, και παρά το ότι οι προκλήσεις για τη δημιουργία μιας τέτοιας οντότητας είναι πολλές, μπορεί να λεχθεί ότι οι εμπειρίες της Ιρλανδίας και της Ισπανίας δείχνουν ότι παραμένει μια βιώσιμη επιλογή. Με την σωστή δομή μια «κακή» τράπεζα θα μπορούσε να είναι η μακροπρόθεσμη βιώσιμη λύση στο μείζον τραπεζικό πρόβλημα της Κύπρου, που είναι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια.

* Αναπληρωτής Καθηγητής Χρηματοοικονομικών στο Cyprus International Institute of Management (CIIM) και Διευθυντής του Μεταπτυχιακού Προγράμματος στις Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες



Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.




Newsletter









3