Κριτική κινηματογράφου: Το βάρος της ζωντανής μνήμης


ΤΗΣ ΣΤΕΛΛΑΣ ΜΙΧΑΗΛ*  

Η ταινία Ida του πολωνού σκηνοθέτη Πάβελ Παβλικόφσκι είναι το κινηματογραφικό αστέρι των ημερών. Πρόκειται για μια αποκαλυπτική ταινία που κατορθώνει να προκαλέσει αισθητική συγκίνησημε τη μινιμαλιστική οπτική της. ‘Ομιλούσες’ σιωπές και φωτογραφικά πορτρέτα αποτελούν σκηνοθετικές εκλάμψεις με υπαρξιακές προεκτάσεις. Ο Παβλικόφσκι πλάθει τον μύθο του στήνοντας έναν καμβά με διόλου ασήμαντες και τυχαίες ιστορικές και κοινωνικές αναφορές.

Η γενοκτονία των Εβραίων και ο καθολικισμός σε μία πρώην κομμουνιστική χώρα φέρνουν στο προσκήνιο τα βαθιά και ανηλεή τραύματα που αφήνουν οι μνήμες του πολέμου και η διαχείριση της μεταπολεμικής ειρήνης. Στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας ο θεατής παρακολουθεί τη διαδρομή των δύο ηρωίδων, της μοναχής Ίντα και της θείας της Βάντα, για την ανακάλυψη των χαμένων οικογενειακών λειψάνων. Κατά τη διάρκεια ενός αγωνιώδους οδοιπορικού προς αναζήτηση ταυτοτήτων, οι δύο γυναίκες αντιπαλεύουν τα εσωτερικά τους πάθη και τις υποθάλπουσες εξάρσεις τους. Η Βάντα ανακαλεί με εσωτερικευμένο σπαραγμό τις πληγές του παρελθόντος, αυτομαστιγούμενη, και αφού θάβει, κυριολεκτικά και μεταφορικά, τις μνήμες, επιλέγει την αυτοχειρία. Η Ίντα αφουγκράζεται τις δονήσεις μιας άγνωστης, γι’ αυτήν, ζωής, κι αυτό καταγράφεται μέσα από την εστίασητης κάμερας στο διαπεραστικό της βλέμμα. Οι πρώτες μεταπτώσεις γίνονται αντιληπτές κατά την επιστροφή της στο μοναστήρι αλλά γίνονται απρόσμενα εκρηκτικές μετά τον θάνατο της Βάντα. Τότε η μοναχή Ίντα κοιτάζεται στον καθρέφτη, προβάρει το στυλ της Βάντα και χωρίς να απουσιάζουν οι εσωτερικές αναταράξειςμυείται στα μυστήρια του σαρκικού έρωτα μ’ έναν σαξοφωνίστα τον οποίο γνωρίζει κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Ενώ αυτός κάνει σχέδια για το κοινό τους μέλλον, η Ίντα δεν μπορεί να ξεφύγει από τη ματαιότητα του παρελθόντος και να περάσει στην προοπτική ενός ελπιδοφόρου μέλλοντος. ‘Και μετά;’, τον ρωτάει. ‘Θα ζήσουμε’, της απαντάει εκείνος. Πόσο εύκολο είναι να ξεφύγει ο άνθρωπος από τα φαντάσματα του παρελθόντος του; Το τέλος είναι δισυπόστατο: αδυναμία απελευθέρωσης από τα ισχυρά βιωματικά δεσμά ή εκούσια και συνειδητή επιλογή μιας ζωής ‘προδιαγεγραμμένης’; Αυτό, πάντως, που προκρίνεται είναι η αναμέτρηση με τα αέναα υπαρξιακά αδιέξοδα της μετανεωτερικής εποχής μέσα από την αναδίφηση στα μυστικά μιας επώδυνης μνήμης που στο τέλος γίνεται λήθη.

*Ειδικός Επιστήμονας
Σχολείο Ελληνικής Γλώσσας, Πανεπιστήμιο Κύπρου

 




Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.



Newsletter













320