Ο ρόλος των Πανεπιστημίων και οι προοπτικές απασχόλησης σε περίοδο οικονομικής κρίσης


ΤΟΥ ΔΡΟΣ ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗ*
(Χαιρετισμός του Υπουργού Εσωτερικών της Ελλάδας-Βουλευτή Ροδόπης σε εκδήλωση του Πανεπιστημίου  Frederick)

Ευχαριστώ θερμά τους οργανωτές  για την τιμητική πρόσκληση, κυρίως όμως τους ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου δίνουν σήμερα να επικοινωνήσω με τον Κυπριακό Ελληνισμό και να παρουσιάσω μία ιδέα που ειλικρινά πιστεύω ότι αν επένδυε σ’ αυτήν και η Ελλάδα θα μπορούσαμε να αλλάξουμε τη μοίρα του Ελληνισμού καθιστώντας τόσο την Ελλάδα όσο και την Κύπρο Διεθνή Εκπαιδευτικά Κέντρα με θεαματικές, θετικές επιπτώσεις τόσο στην οικονομία τους, όσο και στην εξωτερική τους πολιτική.

Και οι δύο γονείς μου ήταν δάσκαλοι. Ο αείμνηστος πατέρας μου γεννήθηκε στον καιρό της προσφυγιάς, το 1922, όταν οι παππούδες άφηναν πίσω τους τις Σαράντα Εκκλησιές της Ανατολικής Θράκης για να οδηγηθούν σ’ ένα χωριό του Νομού Ροδόπης, όπου ρίζωσαν και έχτισαν μία καινούργια, όμορφη και ισχυρή πατρίδα ξεπερνώντας τον πόνο του ξεριζωμού και τη νοσταλγία του παρελθόντος.

Οι γονείς μας, έζησαν αυτά που πολύ αργότερα έζησε και ο Κυπριακός Ελληνισμός, όταν είδε την πατρίδα του να ακρωτηριάζεται από την παράνομη εισβολή και κατοχή των Τούρκων.

Έχοντας αυτά τα βιώματα ο πατέρας μου ,μου έλεγε πάντοτε ότι: «Όλα είναι θέμα παιδείας». Έχοντας βιώσει τον πόνο της προσφυγιάς και της απώλειας, πίστευε ακράδαντα, ότι η δύναμη της ολοκληρωμένης παιδείας και όχι απλά της εκπαίδευσης, της γνώσης ή της πληροφόρησης, είναι ανυπέρβλητη σε σχέση με όποια θέση, εξουσία ή χρήμα. «Την παιδεία» μου έλεγε «την κουβαλάς μαζί σου ώσπου να πεθάνεις. Όλα τα άλλα μπορεί να σε εγκαταλείψουν».

Η γέννηση και η περιπέτεια της ιδέας μας

Με αυτές τις αντιλήψεις περί παιδείας ριζωμένες βαθιά μέσα μου ως φοιτητής της Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και προεδρεύων του φοιτητικού συλλόγου «Κώστας Βάρναλης» το 1987, βρέθηκα αντιμέτωπος με ένα σοκαριστικό συμβάν που ανέδειξε την κορύφωση της εσωστρέφειας, της αναξιοκρατίας, της φοβικότητας και του σταδιακού μαρασμού του κρατικού μονοπωλίου στην Ανώτατη Εκπαίδευση της Ελλάδας. Συμμετέχοντας στα συμβούλια κρίσης νέων καθηγητών είδα μαζί με τους συμφοιτητές μου να απορρίπτεται απ’ το εκλεκτορικό σώμα διακεκριμένος Έλληνας επιστήμονας γνωστού παγκοσμίως Πανεπιστημίου των ΗΠΑ με αστείες, αβάσιμες δικαιολογίες και χωρίς κανένα σχεδόν επιστημονικό επιχείρημα. Είδα διακεκριμένες επιστημονικές μονάδες του Ελληνικού Πανεπιστημίου να περιφρονούνται ή να υποτιμούνται από ένα ισοπεδωτικό μερικές φορές, καθηγητικό κατεστημένο.

Είδα «ιπτάμενους καθηγητές» που συστηματικά απουσίαζαν απ’ την εκπαιδευτική και την ερευνητική διαδικασία. Είδα νέους ερευνητές να μεταβάλλονται σε φωτοτυπάδες των καθηγητών τους και νέους φοιτητές να συναλλάσσονται συνδικαλιστικά για ένα βαθμό, για μία θέση στο μεταπτυχιακό, για ένα γρήγορο πτυχίο χωρίς όμως ουσία και περιεχόμενο.

Το θεσμικό πλαίσιο που αναπτύχθηκε στα ΑΕΙ της δεκαετίας του ’80 στην Ελλάδα, όχι μόνο δεν αναχαίτιζε αλλά καλλιεργούσε αυτή τη νοοτροπία της αναξιοκρατίας, του μικροκομματισμού  και εντέλει της κατάρρευσης.

Επέβαλε την πιο νοσηρή αντίληψη στα «φρέσκα κύτταρα» της ελληνικής κοινωνίας. Ισοπέδωνε ή απέβαλε κάθε αξιόλογη επιστημονική μονάδα του Ελληνικού Πανεπιστημίου εγκαθιδρύοντας σταδιακά μία «ιδιότυπη δικτατορία των μετριοτήτων». Αδικούσε εντέλει όλους τους άξιους Έλληνες επιστήμονες της Ελλάδας ή του εξωτερικού μιας και τους στερούσε το οξυγόνο της δημιουργίας και τις ευκαιρίες της προσφοράς σε μία πατρίδα που το είχε ανάγκη.

Κάπως έτσι γεννήθηκε η ιδέα μας για το Μη Κρατικό Μη Κερδοσκοπικό Πανεπιστήμιο που θα μπορούσε να προκύψει μέσα από την αναθεώρηση του άρθρου 16 του Ελληνικού Συντάγματος. Την πρότασή μας τη δομήσαμε, τη στοιχειοθετήσαμε και μετά την υποστηρίξαμε σε μία Γενική Συνέλευση Φοιτητών της Νομικής Σχολής της Κομοτηνής, κόντρα σε κρατικίστικες αντιλήψεις, καθιστώντας την το 1988, ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ των φοιτητών.

Την πρότασή μας την καταστήσαμε άρθρο στον Οικονομικό Ταχυδρόμο της  εποχής απαντώντας στον τότε σοσιαλιστή Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας. Την εισηγηθήκαμε στο κόμμα μας, που στην αρχή την αντιμετώπισε με αρνητισμό και επιφυλακτικότητα για να την υιοθετήσει στη συνέχεια εν όψει της επικείμενης Συνταγματικής Αναθεώρησης.

Την ίδια πρόταση υιοθέτησαν αργότερα και οι παλιοί πολέμιοί της, οι οποίοι όμως δεν τόλμησαν να την ψηφίσουν, υποχωρώντας στις εσωκομματικές τους πιέσεις κατά την αναθεώρηση του 2007.

Η ευκαιρία που τότε χάθηκε, άφησε την Ελλάδα έξω από τις εξελίξεις της διεθνούς εκπαιδευτικής αγοράς όλη την επόμενη δεκαετία.

Η Κύπρος, αντίθετα με την Ελλάδα, άδραξε την ευκαιρία και δημιούργησε ιδιωτικά Πανεπιστήμια, ένα από τα οποία έχουμε την τιμή να μας φιλοξενεί σήμερα εδώ. Η Κύπρος αξιοποίησε το πλεονέκτημα της γεωστρατηγικής της θέσης, δηλαδή, της γειτνίασης με σημαντικές αγορές, και της ελληνικής παιδείας και του πολιτισμού που ακόμα και σήμερα αποτελούν πηγές για μια σύγχρονη ευρωπαϊκή εκπαίδευση.

Είκοσι (20) χρόνια μετά διαπιστώσαμε στην Ελλάδα ότι βρισκόμαστε στο ίδιο σημείο και συνειδητοποιήσαμε ότι η νεανική μας ιδέα, δυστυχώς, είναι ακόμα επίκαιρη. Όλα γύρω μας αλλάζουν ραγδαία αλλά η Ελλάδα είναι ακόμα εκεί. Γι’ αυτό την κατάθεσή μας το 2007 την κάναμε βιβλίο και τη συνυπογράψαμε για λογαριασμό της γενιάς μας μαζί με έναν παλιό συνεργάτη, συμφοιτητή και φίλο, διαπρεπή σήμερα δημοσιογράφο, το Μανώλη Κοττάκη. Η κατάθεση αυτή με οδήγησε την ίδια χρονιά στη θέση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων απ’ όπου ξεκίνησα ένα νέο κύκλο προσπαθειών. Αυτή τη φορά, όχι απλά για την τεκμηρίωση και την πραγμάτωση της ιδέας συνύπαρξης Ιδιωτικού και Δημοσίου Πανεπιστημίου στην Ελλάδα αλλά και για την μετεξέλιξή της, που είναι το «Μεικτό Πανεπιστήμιο».

«Μεικτό Πανεπιστήμιο: Μία ιδέα που μπορεί να αλλάξει την Ελλάδα»

Το στοίχημα της αναθεώρησης του Άρθρου 16 του Συντάγματος χάθηκε το 2001 και το 2007 αφήνοντας το Ελληνικό Πανεπιστήμιο καθηλωμένο στο χθες, παρηκμασμένο, απομονωμένο διεθνώς, με ελλιπή χρηματοδότηση και ξεκομμένο απ’ την αγορά.

 Ο χρόνος που απαιτείται για μία νέα αναθεωρητική προσπάθεια, δεν επιτρέπει στην Ελλάδα να καλύψει το χαμένο έδαφος στο διεθνή ανταγωνισμό της εκπαίδευσης και της έρευνας. Άλλες χώρες όπως η Βρετανία, η Βουλγαρία, η Τσεχία, η Ουγγαρία, η Τουρκία, η Κύπρος έχουν φύγει μπροστά με απίστευτες ταχύτητες. Απελευθέρωσαν την εκπαιδευτική τους αγορά. Προσέλκυσαν χιλιάδες διεθνείς φοιτητές και διακεκριμένους καθηγητές και δημιούργησαν μία νέα ποιότητα για την παιδεία τους και μία νέα πηγή πλούτου για την οικονομία τους.

Για να μπορέσει η Ελλάδα να προλάβει τις εξελίξεις δεν αρκεί πλέον να αλλάξει το εμπόδιο του Συντάγματος αλλά πρέπει έξυπνα να το προσπεράσει.

Ο προϋπολογισμός της Ελλάδας επαρκεί για τη χρηματοδότηση περίπου 15 Πανεπιστημίων απ’ τα 25 που διαθέτουμε, με συνέπεια να απειλούνται τα υπόλοιπα με κλείσιμο ή μαρασμό και να διακυβεύεται πλήρως στην πράξη η Συνταγματική επιταγή για δημόσια δωρεάν παιδεία.

Το Σύνταγμα στο άρθρο 16 επιμένει δογματικά ότι τα Πανεπιστήμια πρέπει να βρίσκονται υπό τον έλεγχο του κράτους. Ώσπου λοιπόν να ξεπεραστεί αναθεωρητικά αυτό το εμπόδιο, ο χρόνος δεν πρέπει να χαθεί. Η μετεξέλιξη της πρότασής μας προβλέπει μία έξυπνη υπέρβαση με πολλά πλεονεκτήματα:

  • Αξιολογείται πιλοτικά η υλική και άυλη αξία κάποιων ΑΕΙ.                    
  • Μετοχοποιείται το 49% και διατίθεται σε Ελληνικά Ιδρύματα, εφοπλιστές, επιχειρηματίες που θέλουν πραγματικά να επενδύσουν στην παιδεία. Εννοείται ότι ο ιδιώτης επενδυτής αναλαμβάνει και το διοικητικό και αναπτυξιακό management του Ιδρύματος, περιορίζοντας τον Πρύτανη στην επιστημονική εκπροσώπηση και στα ακαδημαϊκά του καθήκοντα.

Με τον τρόπο αυτό τα νέα Μεικτά Πανεπιστήμια που δημιουργούνται αποκτούν ρευστότητα πόρων εκτός κρατικού προϋπολογισμού, ευελιξία στη διοίκηση και την ανάπτυξή τους

Μέσα απ’ αυτή την εξέλιξη εισρέουν επενδυτικά κεφάλαια στην Ελλάδα, δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας, προσελκύονται Έλληνες και ξένοι επιστήμονες από το εξωτερικό, φέρνοντας φρέσκια τεχνογνωσία και νέα νοοτροπία, πολύτιμες όχι μόνο για την ανώτατη εκπαίδευση αλλά και για την αγορά, τη βιομηχανία, τη ναυτιλία, τη δημόσια διοίκηση, την κοινωνία. Δίνονται σημαντικές ευκαιρίες στο μέχρι τώρα καθηλωμένο εγχώριο επιστημονικό δυναμικό.

Για τους επενδυτές είναι ευκολότερο να επενδύσουν απευθείας σε υφιστάμενες εγκεκριμένες, σύγχρονες δομές από το να ξεκινούσαν τώρα από μηδενική βάση την ίδρυση νέων ΑΕΙ.

Τα νέα Μεικτά Πανεπιστήμια για να εδραιωθούν από άποψη φήμης και ποιότητας θα είναι εξωστρεφή και θα συνδέονται άμεσα με την αγορά εργασίας. Θα έχουν τη δυνατότητα να οργανώσουν ξενόγλωσσα προγράμματα προκειμένου να προσελκύσουν ξένους, μη Ευρωπαίους φοιτητές, με δίδακτρα. 

Παράλληλα, η θεσμοθέτηση των μικτών Πανεπιστημίων, θα επέτρεπε την αμεσότερη συνεργασία σε προπτυχιακό ή μεταπτυχιακό επίπεδο με τα δημόσια και ιδιωτικά Πανεπιστήμια της Κύπρου, φέροντας κοντά τους δύο πυλώνες του Ελληνισμού και δημιουργώντας συνέργειες που θα διευκόλυναν και θα επιτάχυναν την υπέρβαση της κρίσης και την κατάληψη μιας ισχυρής θέσης από την Ελλάδα και την Κύπρο, στη διεθνή ανταγωνιστική αγορά.

Με αυτές και με άλλες μεθόδους θα δημιουργηθεί η απαραίτητη ρευστότητα στο Πανεπιστήμιο, προκειμένου να διασφαλίζεται πλήρως στην πράξη η δημόσια δωρεάν εκπαίδευση για τους φοιτητές που είναι Έλληνες πολίτες. Με τα Μεικτά Πανεπιστήμια ενδυναμώνεται πρόσθετα η εξωστρέφεια του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος αλλά και η ποικιλόμορφη τοπική και περιφερειακή ανάπτυξη. Φανταστείτε αν μία ελληνική επαρχιακή πόλη γεμίζει μόνιμα με χιλιάδες Ρώσους, Κινέζους, Άραβες ή Βαλκάνιους φοιτητές, τι θα σημαίνει αυτό για την ανάπτυξη και την ανάδειξή της.

Παράλληλα δημιουργείται ένα πρόσθετο εθνικό όφελος διότι το Μεικτό Πανεπιστήμιο γίνεται γέφυρα επαναπατρισμού δεκάδων χιλιάδων διακεκριμένων Ελλήνων επιστημόνων, που σήμερα εργάζονται σε γνωστά πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα του εξωτερικού, και εποχικά ή μόνιμα θα κληθούν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στη μητρόπολη.

Μέσα δε, από την παροχή υψηλού επιπέδου ελληνικής και ευρωπαϊκής παιδείας, θα χτίζεται συνεχώς ένα ισχυρό και σύγχρονο διεθνές ανθρωποδίκτυο φιλελληνισμού απολύτως χρήσιμο όχι μόνο για την ενίσχυση της διεθνούς θέσης της χώρας μας αλλά και για την εξωστρέφεια της οικονομίας μας.

Η πρόταση του Μεικτού Πανεπιστημίου, σεβόμενη τη συνταγματική επιταγή για έλεγχο του κράτους επί των ΑΕΙ μέσω του 51%, επιτυγχάνει να ενεργοποιήσει ιδιωτικά κεφάλαια, να κινητοποιήσει εξαιρετικά μυαλά και να ανακτήσει το χαμένο χρόνο ώσπου να συντελεστεί επιτέλους η πολυπόθητη αναθεώρηση.

Είναι πολύ σημαντικό μέσα από την ανάπτυξη συνεργασιών μεταξύ ελλαδικών και κυπριακών – δημόσιων, ιδιωτικών ή μικτών (εάν θεσμοθετηθούν) – Πανεπιστημίων να επιτευχθεί η μετεξέλιξη της Ελλάδας και της Κύπρου σε διεθνή Περιφερειακά Εκπαιδευτικά Κέντρα. Απαραίτητη διάσταση για την επιτυχία αυτής της συνέργειας, είναι η διασύνδεση των Πανεπιστημίων με την αγορά. Τα κοινά προγράμματα για να βρουν ανταπόκριση και να επιτύχουν ζήτηση από τις διεθνείς εκπαιδευτικές αγορές, δεν αρκεί να παράγουν υψηλού επιπέδου ακαδημαϊκούς τίτλους. Πρέπει να είναι προσανατολισμένα σε επαγγέλματα του μέλλοντος που θα έχουν ζήτηση τα επόμενα χρόνια στις αγορές αναφοράς. Επίσης το περιεχόμενο των σπουδών είναι αναγκαίο να συνδυάζει την άρτια θεωρητική κατάρτιση με την πρακτική εκπαίδευση, ώστε οι απόφοιτοι να έχουν ετοιμότητα άμεσης ένταξης στην αγορά εργασίας.

Αυτή η νέα προσέγγιση, εφόσον επιδιωχθεί, πρέπει να διορθώνει και να συμπληρώνει λάθη και παραλείψεις των προγενέστερων και των υφιστάμενων εκπαιδευτικών προγραμμάτων της Ελλάδας και της Κύπρου.

Είμαι βέβαιος ότι αν η ελληνική πολιτεία σπάσει τις αγκυλώσεις του παρελθόντος και τολμήσει μεταρρυθμίσεις αλλά και συνέργειες με κυπριακά ιδρύματα, θα σηματοδοτήσει μια ποιοτική αντεπίθεση του Ελληνισμού στη διεθνή εκπαιδευτική και εργασιακή αγορά, με εργαλεία τη διαχρονική παιδεία και τον πολιτισμό μας. Κάτι τέτοιο θα μας βοηθήσει, αλληλέγγυοι να ξεπεράσουμε τα προβλήματα και να επιταχύνουμε την έξοδό μας από την κρίση, ανακτώντας τη διεθνή θέση που αξίζει στον Ελληνισμό.

Μόνο μέσα από μια τέτοιου είδους ρηξικέλευθη πολιτική, Ελλάδα και Κύπρος θα καταφέρουν γρήγορα να καταστούν Διεθνή Εκπαιδευτικά Κέντρα, επιβεβαιώνοντας αυτό που κάποτε προέβλεψε ο Οδυσσέας Ελύτης, ότι «θα έρθει η στιγμή που ο πολιτισμός μας θα μας συγκλονίσει με τη δύναμη της επικαιρότητάς του».





Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.



Newsletter










91