Ο ρόλος του εκπαιδευτικού στη σχολική μονάδα εν μέσω οικονομικής κρίσης


ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΚΟΥΜΑ*  

Αναμφισβήτητα ο εκπαιδευτικός αποτελεί ενεργό μέλος της σχολικής μονάδας, ενός δηλαδή οργανωμένου κοινωνικού συνόλου. Ως μέλος του συνόλου υπόκειται σε συγκεκριμένες υποχρεώσεις και καλείται να διαδραματίσει έναν ανάλογο ρόλο με συγκεκριμένες απαιτήσεις.

Ο ρόλος του εκπαιδευτικού προσδιορίζεται από την επιστημονική του κατάρτιση, από το νόημα και τη βαρύτητα που ο ίδιος δίνει στο ρόλο του, καθώς και από την ίδια τη σχολική πραγματικότητα, στο πλαίσιο της οποίας υλοποιείται ο ρόλος αυτός. Προσδιορίζεται ακόμη από τις συνειδητές ή ασυνείδητες προσδοκίες και απαιτήσεις όλων των κοινωνικών ομάδων και φορέων που έχουν άμεση ή έμμεση σχέση με το σχολείο. Οι κοινωνικές αυτές ομάδες (μαθητές, γονείς, κοινή γνώμη, συνδικαλισμός, διοίκηση, πολιτεία κ.λπ.) εξελίσσονται και μεταβάλλονται, με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται και ο ρόλος του εκπαιδευτικού. Το σχολείο αποτελεί τον μικρόκοσμο της κοινωνίας, γι΄ αυτό υφίσταται όλους τους κλυδωνισμούς της. Αυτές οι μεταβολές αντανακλώνται αναγκαστικά και στο ρόλο του εκπαιδευτικού.

 

Σήμερα ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι πολυσύνθετος και πολυδιάστατος. Οφείλει, μεταξύ άλλων, να αποτελεί ολοκληρωμένη προσωπικότητα, καθώς δεν προσφέρει απλώς γνώσεις και μάθηση, αλλά διαμορφώνει την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα των μαθητών του, ιδιαίτερα σήμερα που ο άνθρωπος  αγωνίζεται να επιβιώσει εν μέσω αντίξοων συνθηκών και τα πάντα γύρω μας μεταλλάσσονται  γρήγορα και απότομα. Μέσα σ΄ αυτό το πλαίσιο, ο εκπαιδευτικός οφείλει να στηρίζει συναισθηματικά τους μαθητές του, να επικοινωνεί μαζί τους σε ανθρώπινο επίπεδο, να τους συμβουλεύει, να μηχανεύεται τρόπους οικονομικής στήριξής του, να αποτελεί το απάνεμο λιμάνι που θα τους αγκαλιάζει στοργικά για να τους ηρεμεί.

 

Στην κυπριακή κοινωνία συνυπάρχουν οι τρεις μορφές οικογένειας, η εκτεταμένη, η πυρηνική και η μονογονεϊκή. Αν και η οικογένεια ως αξία παραμένει ισχυρή, παρά τους κλυδωνισμούς και την αμφισβήτηση που υφίσταται, η οικονομική κρίση την έχει κτυπήσει ύπουλα και απρόσμενα. Η ανεργία, η ανέχεια, η οικονομική δυσπραγία, η απώλεια της αξιοπρέπειας, το υπαρξιακό κενό οδηγούν σε αδιέξοδα. Η οικονομική κρίση σταδιακά επιδρά στις συνθήκες στέγασης, στην ποιότητα διατροφής και ένδυσης, στο άγχος, στην εργασιακή αποκατάσταση και σε πλήθος άλλων μεταβλητών που μειώνουν την αυτοεκτίμηση του ανθρώπου. Όταν ο άνθρωπος νιώθει ότι δεν ελέγχει τα γεγονότα της ζωής του  αλλά είναι έρμαιο των κοινωνικών και οικονομικών αλλαγών, περιέρχεται σε καταστάσεις απόγνωσης, πανικού και απελπισίας. Παρακολουθούμε με βαθύ πόνο την αύξηση της βίας, της παραβατικότητας, του εγκλήματος, την αποπροσωποποίηση, την αύξηση ψυχικών ασθενειών, την ανοδική πορεία των αυτοκτονιών. Η θολή  περιρρέουσα ατμόσφαιρα αυξάνει την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα για το αύριο. Οι μαθητές βιώνουν καθημερινά αυτές τις καταστάσεις, αδυνατώντας εν πολλοίς να τις κατανοήσουν και να συμβάλουν στην επίλυση των ποικιλόμορφων προβλημάτων που αναφύονται ενδοοικογενειακά. Πώς, λοιπόν, μπορούν να παρακολουθούν απρόσκοπτα τα μαθήματά τους  και να ανταποκρίνονται στις ποικίλες υποχρεώσεις  που απορρέουν από την μαθητική τους ιδιότητα;

 

Γι΄ αυτό ο εκπαιδευτικός πρέπει να γνωρίζει τα προβλήματα που πιθανόν αντιμετωπίζουν οι μαθητές του, να σέβεται την ιδιαιτερότητα και την ιδιομορφία τους, να διαθέτει τον απαραίτητο χρόνο και την υπομονή για να τους προσεγγίζει, να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους και να προσπαθεί να απαλύνει τον πόνο τους. Παράλληλα, ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι συμβουλευτικός, καθώς προσπαθεί να αφυπνίσει όλες τις δημιουργικές δυνάμεις των μαθητών του  και ταυτόχρονα συνεργασιακός, αφού, όντας πάντα κοντά στους μαθητές του, τους στηρίζει και μαζί με αυτούς αναπτύσσει σχέσεις συνεργασίας σε δημοκρατικό κλίμα για την αντιμετώπιση προβλημάτων (προσωπικών, οικογενειακών, σχολικών).  Ίσως αυτό ακούγεται εξωπραγματικό και πολύ «εξιδανικευμένο», όμως στους χαλεπούς καιρούς που διάγουμε σήμερα η αλληλεγγύη και η υποστήριξη πρέπει να χαρακτηρίζει και την πράξη και τον λόγο μας, σπάζοντας το κέλυφος του εγωκεντρισμού μας και προσφέροντας στον άλλο ό,τι μπορούμε.

 

Όσον αφορά στις σχέσεις του εκπαιδευτικού με τους γονείς μαθητών με μαθησιακές ή άλλου τύπου δυσκολίες, αυτές πρέπει να είναι άριστες, αφού μόνο έτσι μπορεί να βοηθηθεί πραγματικά ο μαθητής. Τόσο οι μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες όσο και οι γονείς τους συχνά απογοητεύονται, χάνουν την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους και αποδυναμώνονται τα κίνητρά τους. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο εκπαιδευτικός πρέπει να αρχίσει την ενημέρωσή του από τις θετικές διαπιστώσεις του για τις ικανότητες, τα προσόντα και τα ενδιαφέροντα των παιδιών, καθώς και για τις προσπάθειές τους, από τις πρώτες  επίσημες αλλά και  ανεπίσημες κοινωνικές συναντήσεις με τους γονείς. Πρέπει οι γονείς να νιώσουν ασφαλείς απέναντι στον εκπαιδευτικό για να τον εμπιστεύονται, να κατανοήσουν και να αποδεχτούν τις δυσκολίες των παιδιών τους και να δεχτούν να συμμετάσχουν σε κάθε σχετική υποστηρικτική δραστηριότητα που τυχόν προτείνει ο εκπαιδευτικός. Αντίστοιχα, ο εκπαιδευτικός πρέπει να ακούει προσεκτικά τις ανησυχίες, τις παρατηρήσεις και τις υποδείξεις των γονέων, διότι εκείνοι γνωρίζουν καλύτερα πολλές από τις πτυχές των μαθητών που ο εκπαιδευτικός αδυνατεί να γνωρίζει. Ακόμη, πρέπει να δείχνει κατανόηση και ευαισθησία απέναντι σε γονείς και μαθητές, χωρίς ωστόσο να οικειοποιείται το πρόβλημά τους. Ο εκπαιδευτικός πρέπει να είναι σε θέση να επιλέξει την καλύτερη λύση και να την εφαρμόσει αποτελεσματικά. Οφείλει συνάμα να μπορεί να αξιολογήσει τα αποτελέσματα της λήψης αυτής της απόφασης, αξιολογώντας ταυτόχρονα και τον εαυτό του. Κατ’ αυτό τον τρόπο ο εκπαιδευτικός χτίζει μια σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αποδοχής με τους γονείς προκειμένου να υπάρξει αλληλοαποδοχή, επικοινωνία και συνεργασία. Μεταξύ άλλων, ο εκπαιδευτικός πρέπει να αναλαμβάνει και το ρόλο του υποστηρικτή, του συμπαραστάτη και του συμβούλου των οικογενειών των μαθητών του, ιδιαίτερα εκείνων που αντιμετωπίζουν δυσκολίες και έχουν περισσότερη ανάγκη.

 

Σχετικές έρευνες έχουν δείξει ότι άνθρωποι με περιορισμένες κοινωνικές επαφές, που δρουν σε κοινωνίες με μειωμένες προοπτικές, όπου το κλίμα δυστυχίας και μιζέριας καλύπτει τα πάντα, έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να αποβιώσουν, ενώ κοινωνίες στις οποίες οι πολίτες δραστηριοποιούνται και μετέχουν στη μετεξέλιξή της παρουσιάζουν μικρότερα ποσοστά θνησιμότητας και υψηλότερο μέσο όρο ζωής.

 

Ο εκπαιδευτικός οφείλει να εμφυσήσει στην ψυχή των μαθητών του αισιοδοξία, πίστη και αγωνιστικότητα. Οφείλει να επενδύει στον άνθρωπο! Η μετά κρίσεως εποχή είναι καθαγιασμένη από την προσπάθεια των αθώων να την υπερβούν. Γι΄ αυτό οι κρίσεις, οι οποιεσδήποτε κρίσεις, αναδεικνύουν την ανθρωπιά μας και τον σκοπό της ύπαρξής μας!

 

*Επιθεωρήτρια Φιλολογικών Μαθημάτων (Από την "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ")  

 




Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.



Newsletter













140