Ψυχική και πνευματική κούραση στο επάγγελμα του ψυχολόγου


ΤΗΣ ΔΡΟΣ ΝΑΣΙΑΣ ΤΡΙΓΩΝΑΚΗ ΠΑΥΛΟΥ PhD*

Τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται μια αυξητική τάση των ανθρώπων, όλων των κοινωνικών ομάδων, στο να αναζητήσουν και να βρουν βοήθεια από ψυχολόγο.  Παρατηρείται επίσης, μια αυξητική τάση στο να γίνονται παραπομπές σε ψυχολόγο για να συμβουλεύσει, να στηρίξει, να «λύσει» προβλήματα παιδιών και εφήβων και όχι μόνο ενηλίκων.

Όσο, όμως, υπάρχει αύξηση στη ζήτηση συνεργασίας με έναν ψυχολόγο, μήπως υπάρχει τελικά μείωση της ποιότητας της δουλειάς του ψυχολόγου σε σχέση με τη δική του εξουθένωση και πνευματική κόπωση;

Γιατί κυκλοφορεί, αδίκως, η φήμη ότι οι ψυχολόγοι δεν έχουν προβλήματα και ότι αν κάτι τους απασχολεί, το λύνουν ως δια μαγείας μόνοι τους;

Έχουν γραφτεί και ακουστεί πολλά για την ψυχική ανθεκτικότητα αφού η αύξηση των προβλημάτων ψυχικής υγείας σχετίζεται τόσο με την παρουσία προβλημάτων ή διαταραχών όσο και με τη μειωμένη παρουσία κοινωνικών και συναισθηματικών δεξιοτήτων σε παιδιά και ενήλικες.

Όταν αναφερόμαστε στην ψυχική ανθεκτικότητα, το μυαλό του καθενός δίνει μια διαφορετική ερμηνεία βασισμένη σε ατομικά χαρακτηριστικά, εμπειρίες, προσδοκίες, ικανότητες, ανάγκες και ούτω καθεξής. Στον ερευνητικό χώρο επικρατούν αρκετοί ορισμοί που μπορεί να επικεντρώνονται είτε στις προκλήσεις της ζωής

«…είναι η διαδικασία χειρισμού αποδιοργανωτικών, στρεσογόνων ή προκλητικών γεγονότων στη ζωή μ΄ έναν τρόπο που να παρέχει στο άτομο πρόσθετες δεξιότητες προστασίας και διαχείρισης από  ότι είχε πριν…» (G.E. Richardson etal, 1990)  

ή στο ίδιο το άτομο σε ένα πιο οικολογο-κοινωνικό πλαίσιο

«στο πλαίσιο των μεγάλων αλλαγών που είμαστε εκτεθειμένοι, η ψυχική ανθεκτικότητα είναι όχι μόνο η ικανότητα των ατόμων να βρουν τον δρόμο τους μέσα από …εργαλεία που βοηθούν την ευημερία, αλλά και η ικανότητά ατομικά και συλλογικά να διαπραγματεύονται ….με το περιβάλλον τους ώστε να αποκτήσουν αυτά τα εργαλεία» (M. Ungar, 2000).

Πώς όμως επιτυγχάνεται η ψυχική θωράκιση ειδικά των επαγγελματιών ψυχολόγων που είναι, εκ των πραγμάτων, μια απαιτητική, στρεσογόνος και πνευματικά κουραστική εργασία; Η διεθνής βιβλιογραφία αναφέρεται σε ατομικά μέτρα, κοινωνική υποστήριξη και διοικητικά μέτρα. Δηλαδή, γίνεται λόγος για αποφυγή ανάληψης περισσότερων πελατών και αποφυγή αύξησης του ρυθμού εργασίας, αποφυγή συναισθηματικής εξάρτησης, αναγνώριση της ανάγκης για ξεκούραση.  Επίσης, έρευνες αναφέρονται στην ανάγκη συναισθηματικής υποστήριξης των ψυχολόγων από συναδέλφους, σε ομάδες αυτό-βοήθειας και υποστήριξης, στην εκτίμηση των καλών και αποτελεσματικών παρεμβάσεων από συναδέλφους ή τους ίδιους τους πελάτες. Δεν παραλείπουν να κάνουν αναφορές και στο χώρο εργασίας που αφορά σε θέματα μείωσης του φόρτου εργασίας, αυτονομίας στο χειρισμό περιστατικών ή ακόμα και οριοθέτησης του ίδιου του ψυχολόγου στο ποια περιστατικά μπορεί και έχει το σθένος να αναλάβει. 

Για να επιτευχθεί αυτό ο κάθε επαγγελματίας ψυχολόγος θα πρέπει να αναγνωρίσει πρωτίστως την μη–παντοδυναμία του. Οι ψυχολόγοι, όπως και όλοι οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας, είναι άνθρωποι με αδυναμίες, τρωτά σημεία, ανησυχίες, προβληματισμούς.

Πώς θα φροντίσω, λοιπόν, ένα παιδί που πενθεί, μια σύζυγο που είναι στη διαδικασία λύσης του γάμου της, μια νεαρή μητέρα που το παιδί της έχει διαγνωστεί με ανίατη ασθένεια, έναν πατέρα που το παιδί του έχει αυτισμό, μια έφηβη που βιώνει τον κοινωνικό αποκλεισμό στο σχολείο, ένα αντρόγυνο που δεν μπορεί να τεκνοποιήσει, μια γυναίκα που φοβάται να βγει από το σπίτι της όταν νυχτώσει, έναν έφηβο που παραιτήθηκε από τη διαδικασία της μάθησης και νιώθει αποτυχημένος – πώς θα τους φροντίσω εάν εγώ δεν φροντίσω πρώτα τον εαυτό μου; Η φροντίδα του εαυτού μου δεν είναι άχρηστη πολυτέλεια.

Σε έρευνες της Ελλάδας και της Κύπρου δεν αναφέρεται σχεδόν καθόλου η ψυχική εξουθένωση και η πνευματική κόπωση των ψυχολόγων. Δεν υπάρχει, επίσης, ούτε νομικό πλαίσιο που να «επιβάλει» στους ψυχολόγους  την αυτο-φροντίδα τους.  Με βάση τον κώδικα εξάσκησης του επαγγέλματος του ψυχολόγου στην Αγγλία (The British Psychological Society, Practice Guidelines 2017), θέματα μείωσης του φόρτου εργασίας, συνεχούς επαγγελματικής εκπαίδευσης, η παρακολούθηση σεμιναρίων και κυρίως η κλινική εποπτεία θεραπευτών και ψυχολόγων θεωρούνται νομική και ηθική υποχρέωσή τους κατά την εξάσκηση του θεραπευτικού, συμβουλευτικού, ψυχολογικού τους έργου.

Στη δουλειά μας έχουμε απέναντί μας ανθρώπους που βιώνουν πόνο. Ανθρώπους με κουρασμένες ψυχές. Ανθρώπους ματαιωμένους και παραιτημένους. Ανθρώπους αγχωμένους. Ανθρώπους με ενοχές και τύψεις. Ανθρώπους μόνους. Ανθρώπους κακοποιημένους. Ανθρώπους που μας εμπιστεύονται και μοιράζονται τον πόνο, την κούραση τους, τα άγχη και τις ανασφάλειές τους με εμάς. Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να γνωρίζουμε ότι, αυτό που κάνουμε όταν τους έχουμε απέναντί μας το κάνουμε, όχι μόνο σωστά και καλά αλλά έχοντας διασφαλίσει τον αυτο-σεβασμό μας, την αυτο-φροντίδα μας και την επίγνωση των προσωπικών μας αδυναμιών, ορίων, γνώσεων και αντοχών.

*Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας

Υπουργείο Παιδείας,  Πολιτισμού, Αθλητισμού & Νεολαίας




Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.




Newsletter










616