Βαρύτητες ευθύνες: Με αυτά τα κριτήρια θα ξεχωρίσουν οι καλύτεροι εκπαιδευτικοί;

Βαρύτητες ευθύνες: Με αυτά τα κριτήρια θα ξεχωρίσουν οι καλύτεροι εκπαιδευτικοί;

ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΜΑΥΡΑΤΣΑ*

Από την πρώτη στιγμή που παρουσιάστηκε  το Σχέδιο Αξιολόγησης στην ΟΕΛΜΕΚ, υπήρξαν ξεκάθαρες και τεκμηριωμένες παρεμβάσεις. Ως Αντιπρόεδρος, δεν περίμενα να φτάσουμε στο τέλος για να διαπιστώσουμε τα αυτονόητα. Από την αρχή αρθρογραφούσα, έκανα δηλώσεις σε διαδικτυακές εφημερίδες, αναδεικνύοντας δημόσια όλες τις στρεβλώσεις, μίλησα σε αρκετά τηλεοπτικά κανάλια όσες φορές μου δόθηκε η ευκαιρία, έθετα τα προβλήματα σε κάθε συνάντηση με την Υπουργό. Επέμενα συνεχώς για αρκετά προβληματικά σημεία και έθιξα έντονα το μεγάλο πρόβλημα των κριτηρίων αξιολόγησης τα οποία είναι η  βάση της αριθμητικής αξιολόγησης των εκπαιδευτικών. Αυτά κυρίως είναι που θα κρίνουν το μέλλον και την ανέλιξη των εκπαιδευτικών.

Από αυτά τα 20 κριτήρια, που βαθμολογούνται το καθένα από το 1 μέχρι το 10, προκύπτει ο τελικός βαθμός της αριθμητικής αξιολόγησης των εκπαιδευτικών. Άρα, αν τα κριτήρια είναι προβληματικά, τότε ολόκληρη η αξιολόγηση είναι προβληματική. Το πιο ανησυχητικό όμως ήταν ότι αυτοί που διαμόρφωσαν αυτά τα κριτήρια είτε δεν αντιλήφθηκαν το ουσιαστικό πρόβλημα είτε το αντιλήφθηκαν και επέλεξαν να το αγνοήσουν. Για κάποιους έγινα «γραφικός». Όμως σήμερα επιβεβαιώνεται ότι δεν ήταν υπερβολή, ήταν προειδοποίηση, αφού από την επόμενη σχολική χρονιά η αξιολόγηση θα εφαρμοστεί ακριβώς πάνω σε αυτά τα κριτήρια.

 

Και ποια είναι αυτά τα περιβόητα κριτήρια;

Ενδεικτικά, σας παραθέτω 6 από τα 20 κριτήρια για να αντιληφθεί ο καθένας την ύπαρξη του προβλήματος.

●«Αξιοποιεί ευκαιρίες επαγγελματικής μάθησης και ανάπτυξης εντός και εκτός σχολείου (συνέδρια, δίκτυα, ευρωπαϊκά προγράμματα)»

Σε αυτό το κριτήριο δεν υπάρχει καμία απολύτως διευκρίνιση. Πόσες δράσεις αντιστοιχούν σε βαθμό 10; Πόσες σε 5; Υπάρχει ελάχιστο όριο; Υπάρχει στάθμιση; Τίποτα. Άρα η βαθμολογία θα εξαρτάται από την κρίση του αξιολογητή.

●«Εφαρμόζει το Αναλυτικό Πρόγραμμα και διατηρεί ρεαλιστικές προσδοκίες για όλους τους μαθητές»

Τι σημαίνει «ρεαλιστικές προσδοκίες»; Πώς μετριέται; Πώς  ορίζεται; Με ποια κριτήρια θα πάρει κάποιος 8 και κάποιος άλλος 10; Δεν υπάρχει καμία κοινή βάση ερμηνείας. Άρα μιλάμε ξανά για καθαρή υποκειμενικότητα.

●«Συμμετέχει ενεργά στον σχεδιασμό και υλοποίηση της δράσης για βελτίωση του έργου της σχολικής μονάδας»

Βαθμολογικά, τι σημαίνει «ενεργά»; Και τι γίνεται με τους εκπαιδευτικούς που υπηρετούν σε δύο ή και τρία σχολεία; Πώς θα έχουν την ίδια δυνατότητα συμμετοχής; Και τι γίνεται όταν δεν τους ανατίθενται δράσεις από τη διεύθυνση; Θα τιμωρούνται για κάτι που δεν εξαρτάται από τους ίδιους;

●«Προάγει την ισότητα ανάμεσα στους μαθητές και επιδεικνύει σεβασμό προς τη διαφορετικότητα»

Πώς ακριβώς μετριέται σε πόσο βαθμό προάγεται η ισότητα ή ο σεβασμός στη διαφορετικότητα; Τι πρέπει να κάνει ο εκπαιδευτικός για να βαθμολογηθεί με άριστα; Πώς διαφοροποιείται ο βαθμός 6 από τον βαθμό 10; Δεν υπάρχει κανένας μηχανισμός αξιολόγησης, μόνο γενικόλογες διατυπώσεις.

●«Συμβάλλει στην ανάπτυξη θετικού κλίματος στις σχέσεις σχολείου οικογένειας»

Πώς ορίζεται ακριβώς το «θετικό κλίμα»; Πόσο «θετικό» πρέπει να είναι για να πάρει κάποιος υψηλή βαθμολογία; Με ποια αντικειμενικά στοιχεία αποδεικνύεται η βαθμολογία 3 ή 7; Καμία απάντηση.

●«Δημιουργεί δυναμικό μαθησιακό κλίμα αλληλεπίδρασης κατά τη διδασκαλία (εφαρμόζοντας την αξιοποίηση εκπαιδευτικών μέσων ψηφιακής τεχνολογίας, όταν αυτό απαιτείται)»

Τι σημαίνει «δυναμικό μαθησιακό κλίμα» και πώς μετριέται ακριβώς; Πώς διαφοροποιείται ο βαθμός 3 από τον 9; Τι θεωρείται «αλληλεπίδραση» και με ποια στοιχεία αποδεικνύεται; Πόσο και πώς πρέπει να χρησιμοποιείται η τεχνολογία για να βαθμολογηθεί κάποιος ψηλά; Και τελικά, ποιος αποφασίζει πότε «απαιτείται»;

Όλα τα πιο πάνω δεν είναι μεμονωμένα προβλήματα. Είναι ο κανόνας. Όλα τα κριτήρια κινούνται στο ίδιο μοτίβο. Ασαφή, μη μετρήσιμα, χωρίς διαβάθμιση. Δηλαδή, δεν καθορίζεται τι πρέπει να κάνει ένας εκπαιδευτικός για να πάρει κάθε βαθμό, από το 1 μέχρι το 10.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία. Όταν η αριθμητική αξιολόγηση βασίζεται εξ ολοκλήρου σε αυτά τα κριτήρια, τότε η τελική βαθμολογία δεν θα είναι αποτέλεσμα αντικειμενικής αποτίμησης. Θα είναι αποτέλεσμα προσωπικής κρίσης του κάθε αξιολογητή. Και όταν η προσωπική κρίση γίνεται σύστημα, τότε ανοίγει διάπλατα ο δρόμος στην αυθαιρεσία. Στις γνωριμίες. Στις συμπάθειες. Στους «ημέτερους».

Και σαν να μην έφτανε αυτό, κάθε φορά που η Υπουργός επικαλούνταν «ξένη βιβλιογραφία» για να στηρίξει το επιχείρημα της για τα κριτήρια, ούτε τα ΜΜΕ ούτε οι βουλευτές μπήκαν στον κόπο να το ελέγξουν. Δεν ζήτησαν τεκμήρια, δεν έκαναν συγκρίσεις, δεν εξέτασαν αν αυτά τα μοντέλα εφαρμόζονται όπως παρουσιάζονται. Απλώς αποδέχονταν τον ισχυρισμό. Και αυτό γιατί σε μεγάλο βαθμό υπήρχε μια προϋπάρχουσα προκατάληψη απέναντι στους εκπαιδευτικούς, που έκανε πιο εύκολη την άκριτη αποδοχή των θέσεων της Υπουργού.

Και φτάνουμε στο πιο εξοργιστικό σημείο. Η Βουλή ψήφισε τη νομοθεσία χωρίς να υπάρχουν σωστά κριτήρια, δίνοντας διορία δύο μηνών για να διορθωθούν. Και τι έγινε μετά από αυτούς τους δύο μήνες; Σχεδόν τίποτα. Τα κριτήρια αυτή τη στιγμή είναι στη Βουλή με μικρές παραλλαγές στη διατύπωση, αλλά με την ίδια φιλοσοφία. Την ίδια ασάφεια. Την ίδια μη μετρησιμότητα. Την ίδια υποκειμενικότητα. Δηλαδή, δεν διορθώθηκε η ουσία, απλώς άλλαξαν οι λέξεις. Και για ακόμη και τώρα,  οι βουλευτές ετοιμάζονται να τα ψηφίσουν χωρίς ουσιαστική εξέταση και χωρίς να δώσουν τη δέουσα σημασία. Όχι γιατί δεν υπάρχουν τα προβλήματα, αλλά γιατί φαίνεται πως προτεραιότητα αυτή την περίοδο έχουν οι προεκλογικές δραστηριότητες και οι πολιτικές ισορροπίες ενόψει των επερχόμενων εκλογών.

Η στάση των βουλευτών ήταν ιδιαίτερα προβληματική. Αντί να επιμείνουν στην ουσία, έδωσαν την εντύπωση ότι το ζητούμενο ήταν απλώς να περάσει μια νομοθεσία. Να υπάρξει μια αλλαγή «στα χαρτιά» μετά από 50 χρόνια, ώστε να μπορούν να πουν ότι κάτι άλλαξε. Ακόμη κι αν αυτό που πέρασε ήταν χειρότερο από το προηγούμενο. Αυτό από μόνο του προκαλεί απορία. Πόση προχειρότητα μπορεί να χωρέσει σε μια τόσο σοβαρή διαδικασία;

Το ερώτημα όμως παραμένει.

Γιατί δεν καταφέραμε να πείσουμε;

Δεν καταφέραμε να πείσουμε γιατί δεν εξηγήθηκε με απλό και κατανοητό τρόπο στην κοινωνία τι σημαίνει «μη μετρήσιμο κριτήριο» και γιατί αυτό οδηγεί σε αδικία.

Δεν καταφέραμε να πείσουμε γιατί οι Εκπαιδευτικές Οργανώσεις δεν είχαν την ενότητα που απαιτούσε η στιγμή.

Δεν καταφέραμε να πείσουμε γιατί έγιναν επικοινωνιακά λάθη από την Οργάνωση μας που αποδυνάμωσαν τη θέση μας, ενώ ταυτόχρονα υπήρξαν και ουσιαστικές διαφωνίες εντός της ΟΕΛΜΕΚ που δεν επέτρεψαν να παρουσιαστεί μια ενιαία και ισχυρή θέση.

Δεν καταφέραμε να πείσουμε γιατί υπήρχε ήδη μια προκατάληψη απέναντι στους εκπαιδευτικούς, που δεν άφηνε χώρο στα επιχειρήματα.

Η πραγματικότητα είναι μία.

Έχουμε ένα σύστημα αξιολόγησης που βασίζεται σε προβληματικά κριτήρια και όχι μόνο. Και όταν η βάση είναι λάθος, το αποτέλεσμα δεν μπορεί να είναι σωστό. Όλα αυτά είχαν ειπωθεί από την αρχή. Απλά κάποιοι επέλεξαν να μην ακούσουν.

Όλα αυτά τα στρεβλά και ασαφή δεδομένα δεν μένουν στη θεωρία. Από την επόμενη σχολική χρονιά θα μπουν κανονικά σε εφαρμογή και οι εκπαιδευτικοί θα κληθούν να τα επωμιστούν στην πράξη, μαζί με ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα. Ένα σύστημα που αντί να στηρίζεται σε ξεκάθαρους και δίκαιους κανόνες, θα λειτουργεί μέσα σε θολό πλαίσιο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αξιοκρατία και την καθημερινότητα των σχολείων.

Καλώ την ΟΕΛΜΕΚ να μην παραμείνει απαθής. Οφείλει έστω και τώρα, που τα κριτήρια βρίσκονται ακόμα στη Βουλή, να παρέμβει δυναμικά, να διεκδικήσει τα αυτονόητα.

*Αντιπρόεδρος ΟΕΛΜΕΚ

Tags ΑΝΔΡΕΑ ΜΑΥΡΑΤΣΑ, ΟΕΛΜΕΚ, ΣΧΕΔΙΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ, ΒΑΡΥΤΑΤΕΣ ΕΥΘΥΝΕΣ, ΚΡΙΤΗΡΙΑ, ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΙ

Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.