Η διεξαγωγή της έρευνας PIRLS στα δημοτικά σχολεία της Κύπρου

Η διεξαγωγή της έρευνας PIRLS στα δημοτικά σχολεία της Κύπρου

Παιδαγωγικός στόχος ή διοικητική επιβάρυνση;

ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΒΟΥΡΑ*

Η συμμετοχή της Κύπρου στη διεθνή έρευνα PIRLS (Progress in International Reading Literacy Study) παρουσιάζεται διαχρονικά ως ένα εργαλείο αξιολόγησης του επιπέδου αναγνωστικού γραμματισμού των μαθητών/τριών της Δ΄ Δημοτικού και ως μέσο σύγκρισης με άλλα εκπαιδευτικά συστήματα. Στα θετικά στοιχεία της έρευνας συγκαταλέγεται η δυνατότητα που προσφέρει για διαχρονική καταγραφή των τάσεων στην κατανόηση κειμένου, καθώς και η παροχή επιστημονικά έγκυρων δεδομένων. Τα δεδομένα αυτά μπορούν, δυνητικά και με την κατάλληλη επεξεργασία, να αποτελέσουν τη βάση για τη λήψη αποφάσεων και τη χάραξη εκπαιδευτικών πολιτικών με βελτιωτικό προσανατολισμό.

Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται και υλοποιείται η συγκεκριμένη έρευνα στα δημόσια δημοτικά σχολεία της Κύπρου εγείρει κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με την παιδαγωγική της αξία, την εγκυρότητα των αποτελεσμάτων της και, τελικά, με το κατά πόσο εξυπηρετεί τον σκοπό για τον οποίο διενεργείται.

Παιδαγωγικά και εκπαιδευτικά ζητήματα

Ένα από τα βασικότερα προβλήματα που ανακύπτουν είναι η δημιουργία άγχους και πίεσης στους μαθητές/τριες, ιδιαίτερα σε μικρές ηλικίες. Η συμμετοχή σε δοκίμια τυποποιημένης αξιολόγησης, με μορφή και δομή ξένη προς τις καθημερινές μαθησιακές εμπειρίες των μαθητών/τριών των δημόσιων σχολείων, αλλοιώνει τον παιδαγωγικό χαρακτήρα της διδασκαλίας και μετατρέπει το σχολείο σε χώρο «διδασκαλίας για το τεστ» (teaching to the test) και όχι ουσιαστικής μάθησης. Αντί για την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας, τα σχολεία συχνά αναγκάζονται να αναλώνουν χρόνο σε προσομοιώσεις και εξοικείωση με τη μορφή του δοκιμίου.

Παράλληλα, η διεξαγωγή μιας έρευνας, χωρίς άμεσο ή ορατό παιδαγωγικό όφελος για τους μαθητές/τριες, ουσιαστικά οδηγεί σε απώλεια πολύτιμου διδακτικού χρόνου. Το πρόβλημα επιτείνεται από το γεγονός ότι στη δημοτική εκπαίδευση απουσιάζει το μάθημα της Πληροφορικής ως αυτόνομο γνωστικό αντικείμενο. Η διδασκαλία της περιορίζεται σε πιλοτικά προγράμματα ή επαφίεται σε μεγάλο βαθμό στην προσωπική ευαισθησία και τις αυτόβουλες ενέργειες μεμονωμένων εκπαιδευτικών. Παρότι η τεχνολογία αξιοποιείται ως εργαλείο σε άλλα μαθήματα, δεν υπάρχει ένα ενιαίο, δομημένο Αναλυτικό Πρόγραμμα που να διασφαλίζει ότι όλοι οι μαθητές/τριες αποκτούν τις απαραίτητες ψηφιακές δεξιότητες. Παρ’ όλα αυτά, οι μαθητές/τριες καλούνται να συμμετάσχουν σε ψηφιακά δοκίμια τύπου PIRLS χωρίς να έχουν αποκτήσει συστηματικά τις απαιτούμενες ικανότητες.

Υλικοτεχνική υποδομή και τεχνικές δυσκολίες

Η πραγματικότητα των σχολικών υποδομών έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις απαιτήσεις της έρευνας. Μεγάλος αριθμός σχολείων δεν είναι έτοιμος να υποστηρίξει τη διεξαγωγή της, λόγω μη έγκαιρης στήριξης από το ΥΠΑΝ όσον αφορά την οργάνωση και αναβάθμιση των εργαστηρίων Ηλεκτρονικών Υπολογιστών. Σε πολλές περιπτώσεις, τα εργαστήρια έχουν μετατραπεί σε αίθουσες διδασκαλίας λόγω έλλειψης χώρων, ενώ αλλού δημιουργούνται πρόχειρα και προσωρινά εργαστήρια σε κανονικές αίθουσες.

Ο εξοπλισμός είναι συχνά παλαιός, με ανεπαρκείς τεχνικές προδιαγραφές, μικρές οθόνες και μη εργονομικές συνθήκες, ακατάλληλες για ανάγνωση εκτενών κειμένων και ιδιαίτερα προβληματικές για μαθητές/τριες με πιθανά προβλήματα όρασης ή άλλους περιορισμούς. Την ίδια στιγμή, τα σχολικά δίκτυα αδυνατούν να υποστηρίξουν μαζική και ταυτόχρονη χρήση, με συχνές καταρρεύσεις του διαδικτύου. Παραδόξως, αρκετά σχολεία που είχαν συμμετάσχει πιλοτικά και διαθέτουν πλήρως εξοπλισμένα εργαστήρια δεν περιλαμβάνονται φέτος στη διαδικασία.

Ζητήματα αξιοπιστίας και εγκυρότητας

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν τα ζητήματα αξιοπιστίας και εγκυρότητας της έρευνας. Σχολεία με υψηλό ποσοστό αλλόγλωσσων μαθητών/τριών και μαθητών/τριών με μεταναστευτική βιογραφία συμμετέχουν χωρίς ουσιαστική προσαρμογή στα γλωσσικά και μαθησιακά τους χαρακτηριστικά. Παρόλο που προβλέπονται εξαιρέσεις για μη φυσικούς ομιλητές της γλώσσας εξέτασης, αυτές αφορούν μόνο όσους έχουν διδαχθεί τη γλώσσα για λιγότερο από έναν χρόνο. Η ρύθμιση αυτή ουσιαστικά «τιμωρεί» σχολεία με έντονη πολυπολιτισμικότητα, καθώς η έρευνα μετρά την αναγνωστική ικανότητα και όχι το δυναμικό μάθησης των μαθητών αυτών.

Μαθητές/τριες από περιβάλλοντα με λιγότερα ερεθίσματα ή διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο συχνά δυσκολεύονται όχι λόγω έλλειψης ικανότητας, αλλά λόγω της φύσης των κειμένων που χρησιμοποιούνται, τα οποία ενδέχεται να είναι πιο οικεία σε παιδιά από μεσοαστικά στρώματα. Δεν διασφαλίζονται, συνεπώς, ίσοι όροι συμμετοχής μεταξύ σχολείων με διαφορετικές υποδομές και κοινωνικοπολιτισμικά χαρακτηριστικά, γεγονός που καθιστά τα αποτελέσματα δύσκολα συγκρίσιμα και επιστημονικά αμφισβητήσιμα.

Σε αυτό το πλαίσιο, αξίζει να επισημανθεί η ιδιαίτερα αξιέπαινη προσπάθεια των Συμβούλων Πληροφορικής, οι οποίοι, σε στενή συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς, καταβάλλουν σημαντικό έργο και επιδεικνύουν υψηλό επίπεδο επαγγελματισμού και αφοσίωσης. Ο ήδη επιβαρυμένος διδακτικός χρόνος επιφορτίζεται με πρόσθετες υποχρεώσεις πέραν των προβλεπόμενων. Παράλληλα, ο ρόλος των Συμβούλων Ελληνικών είναι καθοριστικός για τη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ των απαιτήσεων της έρευνας και της σχολικής πραγματικότητας. Η συμβολή τους στην επιμόρφωση των εκπαιδευτικών είναι πολυεπίπεδη, μέσω σεμιναρίων, επιμορφώσεων και υποστηρικτικού υλικού που βοηθά τους/τις μαθητές/τριες να εξοικειωθούν με την ψηφιακή ανάγνωση. Παρ’ όλα αυτά, ο διαθέσιμος χρόνος για ουσιαστική επιμόρφωση παραμένει ελάχιστος.

Εν τέλει

Η χρήση των αποτελεσμάτων της PIRLS από το ΥΠΑΝ εγείρει ένα κρίσιμο ζήτημα εκπαιδευτικής πολιτικής: τον τρόπο με τον οποίο η ευθύνη ερμηνεύεται και κατανέμεται. Όταν οι επιδόσεις εμφανίζονται βελτιωμένες, παρουσιάζονται συχνά ως απόδειξη της επιτυχίας των κεντρικών πολιτικών επιλογών. Όταν όμως τα αποτελέσματα είναι χαμηλά ή στάσιμα, η ευθύνη μετατοπίζεται έμμεσα ή άμεσα προς τα σχολεία και τους εκπαιδευτικούς, αποσυνδεδεμένη από τις πραγματικές συνθήκες μέσα στις οποίες αυτοί εργάζονται.

Μια τέτοια προσέγγιση παραγνωρίζει το γεγονός ότι τα δεδομένα της PIRLS δεν αποτελούν ουδέτερους δείκτες απόδοσης, αλλά προϊόν συγκεκριμένων παιδαγωγικών, κοινωνικών και υλικοτεχνικών πλαισίων, τα οποία το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα διαμορφώνει. Η ερμηνεία των αποτελεσμάτων χωρίς αναφορά σε αυτά τα πλαίσια οδηγεί αναπόφευκτα σε απλουστευτικά συμπεράσματα και σε πολιτικές που εστιάζουν στον έλεγχο αντί στη στήριξη.

Αντί η PIRLS (όπως και κάθε έρευνα) να αξιοποιείται ως εργαλείο λογοδοσίας προς τα κάτω, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αφετηρία ουσιαστικής ενίσχυσης του δημόσιου σχολείου: με στοχευμένες επενδύσεις σε υλικοτεχνική υποδομή, με θεσμοθέτηση της Πληροφορικής ως αυτόνομου γνωστικού αντικειμένου στη δημοτική εκπαίδευση, με παροχή χρόνου και πόρων για ποιοτική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και με ενισχυτικές παρεμβάσεις εκεί όπου οι κοινωνικές και γλωσσικές συνθήκες το απαιτούν. Μόνο μέσα από μια τέτοια λογική συνεργασίας, συλλογικής ευθύνης και παιδαγωγικής ενδυνάμωσης μπορεί η PIRLS να αποκτήσει πραγματική εκπαιδευτική αξία. Διαφορετικά, κινδυνεύει να παραμείνει ένας μηχανισμός κατάταξης και επικοινωνιακής διαχείρισης, αποκομμένος από την καθημερινή σχολική πραγματικότητα και τις πραγματικές ανάγκες της.

*Συμβασιούχος Εκπαιδευτικός Δημοτικής Εκπαίδευσης
Συμμετέχων στην έρευνα PIRLS

Tags ΧΡΙΣΤΟΥ ΒΟΥΡΑ, ΕΡΕΥΝΑ PIRLS, ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ, ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟΣ ΣΤΟΧΟΣ, ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗ

Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.