Οι περί λειτουργίας των Μουσικών Σχολείων Μέσης Κανονισμοί του 2026 και η απουσία της πραγματικής Παιδείας

Οι περί λειτουργίας των Μουσικών Σχολείων Μέσης Κανονισμοί του 2026 και η απουσία της πραγματικής Παιδείας

ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ*

Οι «Κανονισμοί Λειτουργίας των Μουσικών Σχολείων 2026», όπως κατατέθηκαν για δημόσια διαβούλευση μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας, δείχνουν ξεκάθαρα το πώς το Υπουργείο Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας αντιλαμβάνεται την Παιδεία, την εκπαίδευση και κυρίως το πώς αντιλαμβάνεται την Μουσική και τον Άνθρωπο.

Η εκ των υστέρων ανακοίνωση για δημόσια διαβούλευση των κανονισμών λειτουργίας των Μουσικών Σχολείων, εγείρει ένα ουσιώδες διαδικαστικό ζήτημα. Θα έπρεπε η δημόσια διαβούλευση να ενσωματώνεται στην αρχή της διαδικασίας ή να προσφέρεται μετά την ολοκλήρωση ενός σχεδόν τετελεσμένου πλαισίου κανονισμών;

Οι κανονισμοί λειτουργίας που προτείνει το Υπουργείο, εστιάζουν πρωτίστως σε διοικητικά θέματα μετατοπίζοντας με εκτενείς αναφορές στην διοικητική οργάνωση των Μουσικών Σχολείων, διαμορφώνοντας έτσι ένα πλαίσιο που επιχειρεί να θεσμοθετήσει τη μουσική με όρους καθαρά υπηρεσιακούς. Το γεγονός αυτό, δείχνει ξεκάθαρα το ανύπαρκτο όραμα του Υπουργείου για το Μουσικό Σχολείο, στο οποίο αντί να προηγείται η Παιδεία και η καλλιτεχνική δημιουργία, έχουν προτεραιότητα η ιεραρχία και οι διαδικασίες φοίτησης.

Εύκολα μπορούμε να αντιληφθούμε ότι έτσι περιορίζεται η ελευθερία, η πρωτοβουλία και η δημιουργία, στοιχεία ουσιαστικά που αποτελούν τον πυρήνα κάθε αυθεντικής παιδείας.

Με τους κανονισμούς αυτούς θεσμοθετείται και παγιώνεται μια πραγματικότητα που ήδη λειτουργεί από το 2006, η οποία μέχρι σήμερα δεν έχει αξιολογηθεί πραγματικά. Είναι γνωστές οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι μαθητές που φοιτούν στα Μουσικά Σχολεία και τα προβλήματα που δημιουργούνται με την καθιέρωση αφενός του πρωινού κύκλου που αφορά την γενική εκπαίδευση και του απογευματινού κύκλου που αφορά την μουσική.

Το ωρολόγιο πρόγραμμα που προτείνεται είναι εξαντλητικό με την πρωινή και την απογευματινή φοίτηση, αλλά και με την εισαγωγή των υποχρεωτικών δράσεων. Πουθενά δεν αναφέρεται η στοιχειώδης μέριμνα για την την ψυχική αντοχή των μαθητών, την ισορροπία, την στήριξη και την αποφυγή της εξουθένωσης των.

Εξαιρετικά αυστηρό είναι το πλαίσιο και τα κριτήρια παραμονής των μαθητών στα Μουσικά Σχολεία. Το ζητούμενο επίπεδο στο μουσικό όργανο, η απαίτηση περί κοσμιοτάτης διαγωγής και το όριο του γενικού βαθμού έτους, αφορά ένα συνολικό σύστημα αξιολόγησης που επιχειρεί να μετρήσει την μουσική ανάπτυξη των παιδιών με όρους γενικής σχολικής επίδοσης. Οι κανονισμοί αυτοί λειτουργούν ως μηχανισμοί αποκλεισμού και μοιραία οδηγούν σε παιδαγωγικά και καλλιτεχνικά λάθη.

Η καλλιτεχνική και ειδικά η μουσική καλλιέργεια, δεν μπορεί να είναι γραμμική γιατί είναι αδύνατον να μπορέσει να αποτυπωθεί σε σταθερά υψηλούς μέσους όρους γιατί πολύ απλά, δεν μπορεί να υπακούει στη λογική της συνεχούς αριθμητικής ανόδου.

Υπάρχουν μαθητές που εξελίσσονται αργά αλλά ουσιαστικά, υπάρχουν μαθητές που κάνουν άλματα μετά από περιόδους στασιμότητας και υπάρχουν και μαθητές με απίστευτη καλλιτεχνική ευαισθησία οι οποίοι μπορεί να μην έχουν την αντίστοιχη επίδοση σε όλα τα γνωστικά αντικείμενα της πρωινής φοίτησης. Με τους προτεινόμενους κανονισμούς αποκλείονται οι μαθητές αυτοί για αυτό παρατηρούμε μια τεράστια αντίφαση. Ενώ το Υπουργείο δηλώνει ότι καλλιεργεί τη μουσική ικανότητα, στην πράξη θέτει ως προϋπόθεση παραμονής μια συνολική σχολική υπεραπόδοση.

Με άλλα λόγια δεν θα επιλέγει μαθητές που είναι προχωρημένοι στην μουσική αλλά θα επιλέγει άριστους μαθητές που τυγχάνει να ασχολούνται και με τη μουσική.

Επιπλέον, η σύνδεση της παραμονής με συγκεκριμένα επίπεδα στο όργανο δημιουργεί ένα ακόμη πρόβλημα αφού μετατρέπει τη μαθησιακή διαδικασία σε διαρκή εξέταση. Το μουσικό όργανο θα πρέπει να είναι μέσον εξερεύνησης και εμβάθυνσης καλλιτεχνικής άρα προσωπικής και όχι να μετατρέπεται σε πεδίο πίεσης και επιβεβαίωσης. Αν αντιληφθούμε ότι ο μαθητής ασχολείται με την μουσική για να εκφραστεί και όχι για να αξιολογηθεί, τότε μπορούμε να αντιληφθούμε και πόσο σημαντική είναι η σχέση του με τη μουσική. Η ολοκλήρωση των παιδιών δεν γίνεται μέσα από εξωτερικές απαιτήσεις αλλά μέσα από εσωτερικές διαδικασίες. Η συσσώρευση όλων αυτών των κριτηρίων, συγκροτεί ένα σύστημα υψηλής επιλεκτικότητας, το οποίο αδυνατεί να λειτουργήσει ως ένα εκπαιδευτικό πλαίσιο ανάπτυξης.

Ίσως ήρθε η στιγμή να αποφασίσουμε αν θέλουμε Μουσικά Σχολεία που να διαμορφώνουν προσωπικότητες και όχι Μουσικά Σχολεία που επιβραβεύουν την συμμόρφωση.

Οι εν λόγω κανονισμοί όπως έχουν κατατεθεί, δεν θέλουν και δεν μπορούν να ενισχύσουν το ταλέντο. Ένας μαθητής μπορεί, να έχει υψηλή μουσική ευφυΐα, να έχει μια καλλιτεχνική μουσική προσωπικότητα αλλά να μην αποδίδει το ίδιο στα μαθήματα γενικής παιδείας. Με τους προτεινόμενους κανονισμούς, αυτός ο μαθητής θα οδηγείται εκτός των μουσικών σχολείων.

Όσον αφορά τις παροχές των Μουσικών Σχολείων προς τους μαθητές, επιβάλλεται από τους κανονισμούς να διαθέτει ο μαθητής το δικό του μουσικό όργανο, με εξαιρέσεις όμως που παραμένουν ασαφείς και οι οποίες εισάγουν ένα κοινωνικό φίλτρο. Δεν γίνεται η μουσική παιδεία να μετατρέπεται σε προνόμιο όσων διαθέτουν οικονομική άνεση. Αν το κράτος μεταφέρει έμμεσα το κόστος της εκπαίδευσης στην οικογένεια, τότε είναι απαγορευτικό να αναφερόμαστε σε δημόσια και δωρεάν παιδεία. Η μουσική παιδεία δεν πρέπει να αρχίζει με όρους κοινωνικής επιλογής και ταξικού αποκλεισμού. Ας αντιληφθούν επιτέλους οι αρμόδιοι ότι δεν έχουν έχουν όλοι οι μαθητές μας τις ίδιες οικονομικές δυνατότητες.

Μεταξύ όλων αυτών, δεν περνά απαρατήρητη η υπερσυγκέντρωση εξουσίας σε κεντρικούς μηχανισμούς εποπτείας, οι οποίοι αναπόφευκτα μειώνουν την αυτονομία των σχολείων και περιορίζουν ταυτόχρονα την όποια πρωτοβουλία, επιβάλλοντας έτσι την ομοιομορφία στην λειτουργία των Μουσικών Σχολείων.

Εξαιρετικά τραγικό είναι και το γεγονός της απουσίας της καλλιτεχνικής κατεύθυνσης. Απουσιάζει οποιαδήποτε ουσιαστική αναφορά στην μουσική παράδοση του τόπους μας και γενικότερα η συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού μέσα από την μουσική. Το Μουσικό Σχολείο οφείλει να καλλιεργεί την μουσική ταυτότητα και την συλλογική πολιτισμική μνήμη του τόπου ειδάλλως κινδυνεύει να παράγει μαθητές χωρίς πολιτισμικές ρίζες και χωρίς ιστορική συνείδηση. Η μουσική είναι ο τρόπος με τον οποίο συνδεόμαστε με την μνήμη, την κοινότητα και την ταυτότητα μας. Αν η Παιδεία αποκόπτεται από αυτές τις ρίζες και περιορίζεται σε μετρήσιμες επιδόσεις, τότε παύει να μορφώνει ανθρώπους και αρχίζει να παράγει μαριονέτες εδραιώνοντας έτσι το υπάρχον σύστημα.

Το μοντέλο των Μουσικών Σχολείων που προκύπτει είναι καθαρά αντικαλλιτεχνικό. Διαβάζοντας το μπορεί να αντιληφθεί κανείς ότι το βασικό πρόβλημα αυτών των κανονισμών είναι βαθύτερο γιατί αντιμετωπίζουν την Μουσική Παιδεία, όπως και την Παιδεία στην Κύπρο, ως αντικείμενο διαχείρισης. Και εδώ η θέση όλων των εμπλεκομένων θα πρέπει να είναι ξεκάθαρη.

Θέλουμε σχολεία που θα λειτουργούν άψογα διοικητικά ή που θα καλλιεργούν αυθεντικές μουσικές προσωπικότητες; Διότι, με το παρόν πλαίσιο, φοβάμαι ότι πετυχαίνουμε το πρώτο και αποτυγχάνουμε στο δεύτερο.

Η Παιδεία δεν ξεκινά από κανονισμούς αλλά από την ελευθερία της δημιουργίας και η μουσική παιδεία δεν έχει να κάνει με αριθμητική λογική αλλά με την καλλιέργεια της προσωπικότητας

*Καθηγητής Μουσικής, απόφοιτος του Τμήματος Μουσικών Σπουδών της Σχολής Καλών Τεχνών του ΑΠΘ, κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος (MMus) στη Μουσικολογία/Μουσικοπαιδαγωγική, Μεταπτυχιακό Τίτλο Σπουδών (MSc) στην Εκπαιδευτική Ψυχολογία καιεκπαιδευόμενο μέλος του Παγκύπριου Συνδέσμου Ψυχοθεραπευτών. 

Tags ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, ΜΟΥΣΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ, ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ ΛΕΙΥΟΥΡΓΙΑΣ 2026, ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΠΑΙΔΕΙΑ

Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.