- ΟΕΛΜΕΚ
- 24 Μαρ 2026 - 10:18
Το νέο πρόσωπο της νεανικής παραβατικότητας: Αλγόριθμοι και η μεταπανδημική κρίση
Ένα παιδί μπορεί να βρίσκεται στο δωμάτιό του και, ταυτόχρονα, να βρίσκεται στο επίκεντρο μιας ψηφιακής βίας που οι ενήλικες δεν βλέπουν.
ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΙΕΡΕΙΔΗ*
Μόλις πρόσφατα, η σειρά του Netflix «Adolescence» (2025) ανέδειξε με ιδιαίτερη ένταση τη διαφοροποίηση της νεανικής παραβατικότητας από ό,τι γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό ψυχολογικό δράμα που λειτουργεί ως καθρέφτης της σύγχρονης κοινωνίας. Μέσα από την ερμηνεία του νεαρού πρωταγωνιστή Jamie, αποκαλύπτεται ότι η εφηβεία δεν αποτελεί πλέον απλώς μια μεταβατική φάση, αλλά ένα πεδίο σύγκρουσης, όπου η ψηφιακή ζωή και οι παρωχημένες αντιλήψεις περί ανδρισμού μπορούν να οδηγήσουν σε τραγικές εξελίξεις.
Και το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι αυτή η τραγωδία δεν εκτυλίσσεται «εκτός σπιτιού», αλλά μέσα σε αυτό, στον χώρο που οι ενήλικες θεωρούσαν μέχρι πρόσφατα ασφαλή. Η σειρά αναδεικνύει πώς ένα παιδί μπορεί να είναι σωματικά παρόν, αλλά ψυχικά απορροφημένο σε τοξικά διαδικτυακά περιβάλλοντα, τα οποία το οδηγούν σε μια μορφή αόρατης ριζοσπαστικοποίησης.
Η νεανική παραβατικότητα δεν εκδηλώνεται πλέον μόνο στη σχολική αυλή ή στον δρόμο. Στη μεταπανδημική εποχή, μετατοπίζεται δυναμικά στον ψηφιακό χώρο, όπου αλγόριθμοι, τοξικά πρότυπα ανδρισμού και η ανάγκη για διαδικτυακή αναγνώριση συνθέτουν ένα νέο, σύνθετο πεδίο κινδύνου. Το φαινόμενο δεν αφορά μεμονωμένες συμπεριφορές, αλλά μια βαθύτερη κρίση ταυτότητας που επηρεάζει ολοένα και περισσότερους νέους.
Η νέα αυτή πραγματικότητα τροφοδοτείται από τρεις βασικούς παράγοντες. Πρώτον, η κρίση της σύγχρονης αρρενωπότητας. Η πίεση προς τα αγόρια να είναι κυρίαρχα και συναισθηματικά άτρωτα, σε συνδυασμό με την έλλειψη υγιών προτύπων, δημιουργεί ένα κενό αυτοεκτίμησης. Το κενό αυτό συχνά καλύπτεται από τοξικούς influencers όπως ο Andrew Tate, οι οποίοι αξιοποιούν το «επιθετικό ψηφιακό μάρκετινγκ μετατρέποντας την ανασφάλεια σε θυμό και επιθετικότητα.
Δεύτερον, η δύναμη της ψηφιακής ταπείνωσης. Η απόρριψη δεν παραμένει μια ιδιωτική εμπειρία, αλλά μετατρέπεται σε δημόσιο εξευτελισμό μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των emojis που απεικονίζουν "κρυφά" νοήματα για τους εφήβους. Η κοινωνική έκθεση ενισχύει το αίσθημα ντροπής και μπορεί να οδηγήσει σε αντιδράσεις εκδίκησης.
Τρίτον, η αποδυνάμωση των παραδοσιακών δικτύων στήριξης. Η οικογένεια και το σχολείο δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν τις εξελίξεις του ψηφιακού περιβάλλοντος, ενώ η επικοινωνία και οι συναισθηματικοί δεσμοί δοκιμάζονται.
Στην Κύπρο και τον ευρύτερο ελληνικό χώρο, η νεανική παραβατικότητα αποτελεί πλέον έκφραση μιας ευρύτερης κρίσης ταυτότητας. Η μετάβαση από τη φυσική στη ψηφιακή βία έχει δημιουργήσει ένα νέο «οικοσύστημα», όπου ο θύτης αναζητά αναγνώριση και αίσθημα ισχύος μέσω της δημόσιας έκθεσης και της απαξίωσης των άλλων.
Η περίοδος της πανδημίας λειτούργησε ως επιταχυντής αυτών των φαινομένων. Ο εγκλεισμός στέρησε από πολλούς εφήβους κρίσιμα στάδια κοινωνικοποίησης, με αποτέλεσμα μειωμένη ενσυναίσθηση και χαμηλότερη ανοχή στη ματαίωση. Η οθόνη λειτουργεί συχνά ως φίλτρο που αποσυνδέει την πράξη από το συναίσθημα.
Στο σχολικό περιβάλλον, η νέα αυτή δυναμική γίνεται ολοένα και πιο εμφανής. Η γραμμή ανάμεσα στο διαδίκτυο και τη σχολική αυλή έχει ουσιαστικά εξαφανιστεί. Η παραβατικότητα συχνά σκηνοθετείται, καταγράφεται και δημοσιοποιείται, με στόχο τη συλλογή αντιδράσεων και «likes». Το θύμα μετατρέπεται σε περιεχόμενο, ενώ η κάμερα λειτουργεί ως μηχανισμός αποστασιοποίησης από τις συνέπειες.
Ο έντονος προβληματισμός που αναπτύσσεται το τελευταίο διάστημα ενισχύεται και από τραγικά περιστατικά στον χώρο της εκπαίδευσης, όπως αυτό της εκπαιδευτικού Σοφίας Χρηστίδου στην Ελλάδα, που ανέδειξε με δραματικό τρόπο τις ψυχολογικές πιέσεις και τα όρια αντοχής των εκπαιδευτικών μέσα σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης έντασης και απαξίωσης.
Παράλληλα, οι αλγόριθμοι με τις οποίες έχουν σχεδιαστεί οι ψηφιακές πλατφόρμες κοινωνικής αλληλεπίδρασης ενισχύουν τη διάδοση ακραίων αντιλήψεων, δημιουργώντας «θαλάμους αντήχησης», όπου οι νέοι εκτίθενται κυρίως σε περιεχόμενο που επιβεβαιώνει τις απόψεις τους. Η μεροληψία επιβεβαίωσης ενισχύει αυτή τη διαδικασία, καθιστώντας τις ακραίες ιδέες πιο αποδεκτές.
Η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί συντονισμένη δράση. Σε επίπεδο Πολιτείας, είναι αναγκαία η ενίσχυση της εκπαίδευσης στα ψηφιακά μέσα (Media Literacy), η αναθεώρηση των πλαισίων διαχείρισης συμπεριφοράς και η ουσιαστική στήριξη των εκπαιδευτικών. Σε επίπεδο σχολείου, χρειάζεται επένδυση στην επιμόρφωση, στην ψυχολογική υποστήριξη και στην ενίσχυση της ενεργής στάσης των μαθητών απέναντι στη βία.
Τα παιδιά σήμερα δεν κινδυνεύουν μόνο έξω από το σπίτι, αλλά και μέσα σε αυτό, πίσω από μια οθόνη που δεν ελέγχουμε πραγματικά. Η απάντηση δεν βρίσκεται στην απαγόρευση, αλλά στην κατανόηση, στη σχέση και στην πρόληψη. Αν δεν δώσουμε στους νέους τα εργαλεία να ερμηνεύσουν τον κόσμο τους, κάποιος άλλος θα το κάνει για εμάς και, ίσως, με όρους που δεν θα μπορέσουμε να ανατρέψουμε.
*Β.Δ. Α’, Καθηγητής Σ.Ε.Α.,
Διευθύνων Προπαρασκευαστικής Μαθητείας Λεμεσού
Comments (0)
This thread has been closed from taking new comments.

